Sunday, October 11, 2009

ΑΛΤ




Τελευταία επήα στο εξωτερικό
σε μια σχετικά μιτσιά πόλη

Ενοιωσα τζιαι τζιαμαί ότι νοιώθω σε όποιαν πόλη,
σε όποια χώρα πάω

Ο Σταθμός των λεωφορείων ήταν στον βορρά

Ήμουν σίουρος ότι πίσω που τον Σταθμό
Ετελιώνναν οι δρόμοι

Ότι είσιεν φυλάκια

Ότι απαγορεύετουν να περάσεις

Πως αν δοκιμάσεις να περάσεις μπορεί τζιαι να σκοτωθείς

Έσιει που τον τζαιρόν που εγεννήθηκα
Που νοιώθω τούτον το συναίσθημα

Πως απαγορεύεται να πάεις παρακάτω, στην παρακάτω στράτα

Στο γειτονικό χωρκό
Απέναντι

Εν όπως την σφραγίδα μέσα στην ψυσιήν μας

Πως οι πόλεις έχουν τρεις πάντες,
τζιαι πως οι χώρες εν μοιρασμένες

Τζιαι πως τα χωρκά εν δικά τους τζιαι δικά μας

Ενοιωσα την καρκιάν μου να φακκά δυνατά
αμαν εξεκίνησεν το λεωφορείο να παέννει βόρεια

Εκαρτέρουν που στιγμή σε στιγμή να δω το οδόφραγμα

Να δω στρατιώτες, να δω βαρέλλες στοιβασμένες,
να δω σημαίες, να δω ταπέλλες να γράφουν
ΑΛΤ

Επέρασεν το λεωφορείο

Εν είδα στρατιώτες, εν είδα βαρέλλες στοιβασμένες,
εν είδα σημαίες, εν είδα ταπέλλες να γράφουν
ΑΛΤ

Κάτι εν πάει καλά εσκέφτηκα σε τούντην πόλη
Έκλεισα τα μμάθκια μου

Κάτι εν παει καλά εσκέφτηκα

Μα τούντο συναίσθημαν εν ευχάριστον

Τούτον το συναίσθημαν φαίνεται να εν το σωστόν

Γιατί να μεν ιμπόρω μες την χώρα μου
να πάω οπού θέλω ελεύθερα, γιατί να γεμώννω φόρμες,
γιατί να πρέπει να δείγνω ταυτότητες

Γιατί να έσιει οδοφράγματα, φυλάκια τζιαι σε κάθε στράταν
που την μιαν νάκραν ως την άλλην να έσειει

ΑΛΤ

Πενήντα γρόνια εγίνην μας βίωμα

Όμως πενήντα γρόνια, για πολλούς σαν εμέναν, εν ούλλη μας η ζωή

Ούλλη μας η ζωή !

Πενήντα γρόνια εν πολλά, εσκέφτηκα

Τζαιρός τζείνος ο τοίχος ο κούγκρενος να ππέσει

Να δώκουμεν ούλλοι μας,
ούλλοι οι κυπραίοι που αγαπούμεν τον τόπο μας
μιαν σιερκάν δυνάμενην να ππέσει

Άνοιξα τα μμάθκια μου

Το λεωφορείον επήεννεν ακόμα
Κανένας εν το εσταμάτησεν

Ούτε βαρέλλες, ούτε οδοφράγματα, ούτε ΑΛΤ
είδα, με ομπρός μου με πίσω μου

Κάτι εν πάει καλά εσκέφτηκα

Στον τόπο μου όμως
Τζιαι όϊ δαμαί

Εν καθήκον μας εσκέφτηκα να δώκουμεν
ούλλοι μιαν σιερκάν
Μιαν δυνάμενη σιερκάν

Τζείνος ο τοίχος ο κούγκρενος
πρέπει να ππέσει

Τζιαι να θάψει πουκάτω, μιαν για πάντα

ούλλες τες ταπέλλες με τα
ΑΛΤ


Sunday, June 28, 2009

Το Λαούτο του τζιυρού μου

Το λαούτο του τζιυρού μου εν πάνω στα ψηλά ράφκια
του αρμαρκού μου

Ακόμα, που τον τζιαιρό που επέθανεν, εν ήβρα το θάρρος να το πκιάσω, να το κουρτίσω, τζιαι να δοκιμάσω να παίξω.

Τζειν το λαούτο, ήταν ο σύντροφος του τζιυρού μου.

Σάννα τζιαι εγεννήθηκασιν μαζίν.

Ήταν η συντροφκιά του στες χαρές τζιαι στες λύπες του

Με τζείνον το λαούτο άλλαξεν εκατοστάες νύφφες τζιαι γαμπρούς
Επάντρεψεν αντρόϊνα τζιαι αντρόϊνα.

Τζείνον το λαούτον έδωκεν ψουμίν να ζήσει η φαμίλια.

Αθθυμούμαι μιαν ημέραν που επήα να τον δω, ήταν λλίους μήνες πριν να πεθάνει,

Είπεν μου τες αγωνίες του, τα παράπονα του, γιατί να χαθεί παράωρα ο γιός του,
γιατί να φύει η μάνα μου πρώτη τζιαι να τον αφήκει μόνον του. Είπεν μου για τα γεραθκιά που εν δύσκολα, είπεν μου τζιαι άλλα πολλά.

Πας την κουβέντα άρκεψα τζιαι έκαμνα του τζιαι γιω διάφορες ερωτήσεις.
Για τη νιότην του, για τους παλιούς τζιαιρούς, για το χωρκόν μας, ήντα λοϊς ήταν τζιαι πως εγίνηκεν, πράματα που τον επαίρναν πολλά πίσω στον χρόνο.

Επροχώραν η κουβένταν μας τζιαι έτσι σαν εσυντηχάνναμεν, έπκιασα το λαούτον, τάχα μου να το κουρτίσω. Τάχα μου δεν τα κατάφερνα τζιαι αρώτουν τον τους τόνους.

Φέρτο δα λαλεί μου

Έπκιασεν το. Μήνες ύστερα που έχασεν το γιον του τζιαι το ταίριν του,

Στην αρκήν σαν να εδειλίαν.
Επκιασεν το όπως πκιάννεις κάτι το ιερόν.

Είδεν το καλά καλά, εχαΐδεψεν το, είδα τον που επογιάλωσε,
εκούρτησεν το τζιαι άρκεψεν να παίζει.

Εγίνην πάλαι ένα με το λαούτον του, επήεν γρόνια πίσω

Εχάθηκεν μες το παίξιμον του.

Εδείκλησα που την άλλην να με δει τα δάκρυα μου που ετρέχαν σιωνωτά

Ινταλοϊς εν η ζωή εσκέφτηκα




Το λαούτο του τζιυρού μου εν πάνω στα ψηλά ράφκια
του αρμαρκού μου

Μιαν ημέραν εννα το κατεβάσω τζιαι σαν το κουρτίζω
εννα φωνάξω τον γιόν μου τζιαι θα του πω ιστορίες πολλές.

Για τον παππού του, για την γιαγιά του
για το χωρκό μας τζιαι τους αθρώπους του,
για τον πονεμένον τζιαι τον πληγωμένον τόπο μας

θα του πω πολλά

Νάσιει να λαλεί στο δικόν του γιο
τζιαι τζείνος στον δικόν του

Τούτες εν οι ρίζες μας σε τούτον τον τόπο, γιε μου εννα του πω,

Εν όπως το δενδρόν
Αν τες αφήκουμεν να σαπιθούν
εννα ξεράνει το δεντρόν

Τζιαι τότες που ννάρτει ο τζαιρός, που εννα του παραδώσω το λαούτο

ξέρω πως έννα το αγαπά
Τζιαι πως θα το προσέχει

Τζιαι πως τζιαι για λλόου του, όπως τζιαι σε μέναν τωρά,

εννάν κειμήλιον ιερό.








Sunday, June 14, 2009

Το καλοκαίρι 2

Tο καλοκαίρι θα...

Δίπλα στην θημωνιά
Νερό απ το πηγάδι

Το τζιτζίκι
Το τριζόνι
Ο Γκιώνης

Το καλοκαίρι θα…

Το γιασεμί, γιασεμί μου

Το ξημέρωμα
Το φεγγάρι
Η συκιά

Το καλοκαίρι θα…

Στα βότσαλα στην άμμο
με τον φλοίσβο
και τον γλάρο
Η βαρκούλα του ψαρά
Το νησί
Το περιγιάλι

Το τραπεζάκι
με καρό τραπεζομάντιλο
Ο μεζές
και το ουζάκι

Το καλοκαίρι θα….
Το καλοκαίρι θα….

Αυτό το καλοκαίρι… δεν….

Το άλλο καλοκαίρι ίσως...






Καλό καλοκαίρι

Tuesday, May 26, 2009

Ο πεύκος των φιλικουτουνιών



Τούτος εν ο πεύκος μου

Εφύτεψα τον που τον τζιαιρόν που επαντρέφτηκα τζιαι έκατσα μες στο σπίτι

Στην αρκήν, για κάμποσα χρόνια, ήταν έναν ψώρικον δεντρούϊν
τζιαι ενόμιζα πως εν θα άντεχεν τζιαι πως θα εξεράνισκεν

Άμαν επεράσαν καμμιάν δεκαπενταρκάν χρόνια, ο πεύκος μου,
τζιαμαί που τον εφοούμουν, επήρεν ππερεντέ τζιαι εγίνετουν θηρίον

Τα τελευταία χρόνια εν η αλήθκεια, εδράτζιασεν, εψήλωσεν τζιαι εγίνην ως τζειπάνω τζιεί δεντρόν

Έσιει θκυό τρία χρόνια ήρτασιν κάτι φιλικουτούνια τζιαι εκτίσαν την φουλιάν τους πας
τον πεύκον μου.

Παρακολουθώ τα.
Όπου τζιαν παν, όπου τζιαν γυρίζουν, στρέφουνται να τζιοιμηθούν
μες την φουλιάν τους

Εγεννήσασιν κανένα θκυο φορές τζιαι εξηπουλιάσασιν τα αυκά τους μες τζείνην την
φουλιάν

Κάποτε που το σκέφτουμαι λαλώ πως έσιει τζιαι άλλους που λαλούν τον πεύκον
«ο πεύκος μου» τζιαι πως μπορεί τζιαι να τον αγαπούν περίτου τζιαι που εμέναν

Εσκέφτηκα το πολλές φορές τζιαι είπα πουμέσα μου.

«Εγιώ έχω σπίτι. Ζιώ μέσα με την οικογένειαν μου. Ο πεύκος κάμνει μου οσσιόν μες την αυλή μου τζιαι δροσίζει μου το σπίτιν. Ίντα τα θέλω τα πολλά ».

Που τα τωρά τζιαι να πάει επήρα το απόφασην.
Εν θα λαλώ ‘Ο πεύκος μου’ έννα λαλώ ‘Ο πεύκος των φιλικουτουνιών’

Έτσι που τα θωρώ τζιαι πάσιν τζιαι έρκουνται τζιαι ακούω τα που κουρκουρίζουν
κάμνουν την καρκιάν μου να αννοίει φύλλα - φύλλα

Αν ήταν τρόπος ήταν να τους τον κοτσιανιάσω



Sunday, April 26, 2009

πέντε πουλιά


Πέντε πουλιά πέταξαν

Πέντε πουλιά

Ο κυνηγός χάιδεψε το τόξο του και τρόχισε το βέλος του

Ο ποιητής άδραξε το μολύβι του κι’ άπλωσε το χαρτί του

Ο αετός μύρισε τα νύχια του κι ακόνισε το ράμφος του

Το παιδί πιάστηκε στα φτερά τους και πέταξε μαζί τους

Πέντε πουλιά πέταξαν

Πέντε πουλιά

Μοίρασαν σε όλους μας ελπίδες

Κι’ ύστερα χάθηκαν πέρα απ΄ τον ορίζοντα

Πήραν μαζί τους τα όνειρα μας

Παραμείναμε από τότε να κοιτάζουμε τον ουρανό ακίνητοι

Σαν σκιάχτρα αμίλητα

Προσμένοντας

Πέντε πουλιά

Να χτίσουν τις φωλιές τους

Στην αχυρένια μας καρδιά


Friday, April 03, 2009

Στην ταπεινή την όχθη



Οι παπαρούνες
οι σεμνές μαργαρίτες
οι πέτρες
το λίγο νερό
Όλα σε φόντο πράσινο

Ο Εσπερινός
Η καμπάνα που κτυπά
το ατέλειωτο παιγνίδι
ο ήχος της σιωπής
Η αναμονή της Ανάστασης
οι ψαλμωδίες ( χωρίς μικροφωνικές )
τα αθασούθκια
οι λαλλέδες
οι μπάγκαλλοι
Το ολοκάθαρο δροσερό νερό του ποταμού
η Ανάσταση
Καλό - καλό- καλό Πάσχα
( Πότε ήταν αλήθεια Χριστούγεννα ?
Ο χρόνος πετά ή μου φαίνεται )
Ο χρόνος
ο Κρόνος

Saturday, March 14, 2009

Γυρνώ τις ώρες

Γύρνα τις ώρες που χάθηκαν απόψε
κοίτα που φεύγεις πως κλαίει το δειλινό

Kάπου νυχτώνει κι ο ήλιος παγώνει
χάνεται ο δρόμος και πού να σταθώ
Κάπου βραδιάζει, μην κλαις, δεν πειράζει
πες πως τελειώνει ο κόσμος εδώ

Aγέρας παίρνει απόψε την ζωή μου
κλείνω τα μάτια που φεύγεις να μην δω

Αφορμή για το σημερινό ποστ είναι το email του φίλου μου του dreamwalker
με το πιο πάνω τραγούδι σε mp3. Το τραγουδά με πολύ ευαίσθητο τρόπο ο Μανόλης Φάμελλος. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το ανεβάσω.

« Γυρνώ τις ώρες »

Κάποτε, 1972, 73

Κάπου , σε ένα μικρό καφενείο - ταβερνάκι

Γεμάτος όνειρα για τη ζωή που ήταν μπροστά

Το juke box με μισό σελίνι, να παίζει αυτό το τραγούδι

Και να κεντά το μουσικό πουλόβερ
που θα ντύσει ζεστά στη συνέχεια
μουσικά την ψυχή μου

Μισό σελίνι και η φίσια στο ποδοσφαιράκι
μισό και στο φλίππερ

Τότε που ζούσε ακόμα ο θείος Σωκράτης
και έψηνε τον καφέ
πάντα με μπόλικο καïμάκι

Ένα τριαντάφυλλο, μια λεμονάδα,
ένα πακέτο τσιγάρα στο αλουμινένιο δίσκο
για να τα πάρω στο διπλανό τραπέζι

«Κάπου βραδιάζει
Μην κλαις δεν πειράζει»

Ελπίδα στην φτώχια,
ύστερα βάλσαμο στον βαρύ τον πόνο
που ήταν της μοίρας να ρθει

Ή που τον φέραμε

Νέα λέξη: ‘πραξικόπημα’

Τι να σημαίνει άραγε
Γιατί να είναι εκείνοι και εμείς
Αφού πάντα όλοι είμαστε εμείς

Ύστερα η λέξη ‘πόλεμος’,
Μέχρι τότε παράπεμπε σε ταινίες
του διπλανού σινεμά και μόνο

Αργότερα,

Τα αεροπλάνα που έσχιζαν τον καλοκαιριάτικο
ανυποψίαστο ουρανό της Κύπρου

«Πως κλαίει το δειλινό»

«Κάπου νυκτώνει»

Οι λάμψεις στον Πενταδάκτυλο

«Κλείνω τα μάτια»

σε 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, ακολουθούσε η υπόκωφη έκρηξη

Οι ριπές
Οι χαμοί

Τα πολεμικά ανακοινωθέντα
το αθώο αίμα, που χυνόταν ζεστό στο χώμα

Οι ανακοινώσεις για ανάγκες των νοσοκομείων σε αίμα

Το πτώμα του ξαφνιασμένου φαντάρου
στο σκονισμένο πάτωμα του λαντρόβερ


Ο Μπαïράκ, οι ειδήσεις, ο τρόμος,

«Ο ήλιος παγώνει»

Ύστερα,

Το Βαρώσι η Κερύνεια η Μόρφου, οι πρόσφυγες
Με ότι είχαν και δεν είχαν
όλα στοιβαγμένα σε ένα βαν

« Χάνετε ο δρόμος και που να σταθώ »

Ο βομβαρδισμός,
στα περιβόλια με τις πορτοκαλιές
και στα ποτισμένα τριφύλλια,
μια ανάσα πιο πέρα
Κρατημένες οι ανάσες σε κάθε νέα
βύθιση των αεροπλάνων
«Ο κόσμος τελειώνει εδώ»

Τα αδέλφια μου στην κατάταξη, στις μάχες

Οι τρομοκρατημένοι γονιοί

«Κλείνω τα μάτια που φεύγεις να μην δω»

Ύστερα οι σκοτωμένοι, οι αγνοούμενοι, οι αιχμάλωτοι,

Οι ήρωες


«Κάπου νυκτώνει»

Ο ζεστός καφές, το juke box, το μισό σελίνι,

Η μισή πατρίδα, το ζεστό αίμα

Κι, όμως

Λίγο πριν,
το διπλανό σινεμά
έφτιαχνε ορίζοντες,

Υποσχόταν μια ζωή σινεμασκόπ

«Γυρνώ τις ώρες»

Δεν κράτησε το λόγο του το σινεμά, σκέφτομαι
Ή μήπως τον κράτησε,

Οι μαυρόασπρες αναμνήσεις μπλέκονται
με τα έντονα χρώματα της νέας μου LCD
τηλεόρασης
και της ανανεωμένης πόλης μου
Γίνονται συνοθήλευμα

Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, σκέφτομαι

Η ζωή μου που βραδιάζει ?
Ο κόσμος που τελειώνει ?
Ο ήλιος που παγώνει ?


Γυρνώ τις ώρες,

Γεμάτος αναμνήσεις για τα χρόνια που πέρασαν

«Αγέρας παίρνει απόψε τη ζωή μου»

Παίρνει τη θύμηση μου στα παλιά
που φαντάζουν τόσο μακρινά
και τόσο κοντινά ταυτόχρονα

«Μην κλαις δεν πειράζει»


υποβάλλει ο Κουγιουμτζης

Υπακούω

Δεν κλαίω

Μόνο θυμάμαι



Sunday, January 18, 2009

Το ποτάμι μας



Θυμάσαι τον μικρό μας φράκτη

Γράψανε πάνω «ελευθερία»
Mε αίμα

Ύστερα γράψανε «ψωμί»
με τον ιδρώτα τους

Τα χρόνια πέρασαν

Έφτιαξαν με γκράφιτι
σύμβολα περίεργα, τρομακτικά

Ύστερα κόλλησαν διαφημιστικές αφίσες

Πάνω από τις αφίσες
κάποιος έγραψε

«φοβάμαι μόνος»

Ύστερα το οικόπεδο
πουλήθηκε για ανάπτυξη

Ένα κίτρινο θηρίο μουγκρίζοντας
έριξε κάτω
τον μικρό μας φράκτη

Το φορτηγό που μετάφερε
τις παρδαλές του πέτρες
μπάζωσε άστοργα
το ποτάμι μας

Εκεί που παίζαμε πιτσιρικάδες

Τώρα δεν έχουμε χώρο αρκετό
για κανένα παιγνίδι

Ούτε χρόνο
Μας πρόδωσε πισώπλατα

Οι μασκαρεμένες πέτρες
Ποιος το περίμενε
Εκείνες

Έφραξαν μια για πάντα
Τα όνειρά μας

Wednesday, December 10, 2008

Οι μέλισσες





Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες
πόσα λουλούδια θα μείνουν
ορφανά

Πόσα πέταλα
θα μείνουν αφίλητα

Πόσοι μίσχοι
θα πετρώσουν

Πόσοι καρποί
θα μείνουν στείροι

Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες
πόσες αναμνήσεις θα είναι
για πάντα πικρές
κι΄ ανέλπιδες

Πόσα αδέσποτα όνειρα
θα σβήσουν σαν την φλόγα στο στερνό κερί
όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες

Πόσο υπόκωφη θα γίνει η μουσική

Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες

σ΄ ένα γκριζόμαυρο, τυφλό ουρανό
χωρίς φτερούγισμα πουλιών
πόσοι βόμβοι θα σωπάσουν
σε μια μάταιη άνοιξη

Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες
πόσα ποτάμια θα χάσουν το δρόμο τους
πόσες λίμνες θα βαλτώσουν
πόσες θάλασσες θα

βαπτιστούν νεκρές

Πόσα ποιήματα θα ακυρωθούν

όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες


Saturday, October 25, 2008

Δένδρα νεκρά

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν

τραβήχτηκαν στις 25 Οκτωβρίου 2008
στην περιοχή Λυμπιών Κόσιης και στην περιοχή Κόρνου.




Δέτε τζιαι κρίνετε






Τα πεφκαρούθκια


Οι αντένες που εν λείπουν



Η τερατσιά



Κοντά στες στράτες για να τα θωρούμεν

πέρκι συνετιστούμεν


Τζιαι μιτσιά τζιαι μιάλα



Τζι' αρφούθκια



Δίδυμα




Πεθανίσκουσιν στέκοντα



Στέκουνται περήφανα ως το τέλος


Το τέλος που εμείς εσχεδιάσαμε για λλόου τους


Τζιαι που βρίσκουμεν σιήλιες δικαιολογίες


πως εν ιμπορεί ναι γινεί αλλοσπώς


Είμαστεν άξιοι της τύχης μας




Ότι πάθουμεν που δαμαί τζιαι δα


εν χάκκι μας


Έρχεται η Έρημος

Wednesday, October 01, 2008

Saturday, August 30, 2008

Αναμνήσεις από την Πάφο

Οι παπουτσοσυκάνθρωποι
βαδίζουν και παραμιλούν
και μας χαιρετούν
Εν έσιει σιειρόττερην ενόχληση που
τ' αγκαθθούθκια του παπουτσόσυκου
πάνω στα δακτύλια.
Τζι' όμως,
Αν δεν καθαρίσω παπουτσόσυκα
δίχως σιερώσια ( γάντια )
στα τέλη του Ιούλη, αρκές τ' Αούστου
εν καταλάβω καλοτζιαίριν
Άϊστο ελλίανεν τζιαι το φως μου
τζιαι εν τα θωρώ τα αφιλότιμα
να τα φκάλω έτσι μιτσικουρούθκια που ένουσιν.
Παπουτσοσυτζιές σας αντισιερετώ
Τζιαι ευκαριστώ για την δροσιάν
που μας δκιάτε μες το μεσοκαλότζιαιρον
με τους καρπούς σας
( αννέν τζιαι παομένοι, κόμα καλλύττερα )

Σιερετώ τζιαι σας τους φίλους μου,
που βουρούμε μέρα τζιαι νύκτα
πά στες κλωστές της ίδιας αζγαγιάς
όπως τες ρόβες της κουφής
( όπως τες αράχνες δηλαδή )
Καλό φθινοπωροσιείμωνο
τζιαι πέρκι βρέξει φέτη


Saturday, July 12, 2008

Λειψυδρία


Θα έγραφα !

«Φοβού τους υπό σου ευεργετηθέντες»

και να αρχίσω να λέω και να λέω μέχρι να πείσω ότι
η ρήση είναι σωστή και αυτοί που την συνέταξαν
«ενηστεύκασιν 40 μέρες τζιαι σαράντα νύκτες»
και ότι εφαρμόζει πλήρως και μπλα – μπλα
και μπλά - μπλα.

Στο τέλος το αποτέλεσμα θα φαινόταν μοιρολατρικό

Σκέφτομαι ότι οι υπό εμού ευεργετηθέντες δεν μου χρωστούν τίποτε

Εξάλλου δεν τα πάω καλά με τις αγοροπωλησίες, ιδίως με αυτές που αφήνουν κέρδος
( σε μένα ) και ζημιές ?? ( στους άλλους )

Και αν πρέπει να τους φοβάμαι με γεια ( μου ) τους με χαρά ( μου ) τους

Τώρα θα μου πείτε τι σε έπιασε πρωί – πρωί

Είπα να πω αυτό που νιώθω σήμερα πρώι - πρωί

Όλο και περισσότερο σκέφτομαι ότι οι προδιαγραφές μου
( και πολλών άλλων ) δεν έχουν εφαρμογή
σ’ αυτούς τους καιρούς.
της λειψυδρίας

" Δεν είναι μόνο το νερό που μας λείπει.

Μας λείπει η ελπίδα και η προοπτική

Το μέλλον μας, φαντάζει αβέβαιο

Απλώνουμε τα χέρια και ψάχνουμε στα τυφλά
σ’ ένα πέπλο ομίχλης
( ή καλύτερα σ’ ένα πέπλο μολυσμένου καπνού )

Ο τρόμος μας συγχύζει

Δεχόμαστε βομβαρδισμούς
από μαϊμού συχνότητες

Όπως στην Βαβέλ
Eκεί ψηλά που βγήκαμε
( ή που νομίζουμε ότι βγήκαμε )
το μυαλό μας θολώνει
από έλλειψη οξυγόνου

Σιγά - σιγά ακούμε μόνο
τι λέμε εμείς
σε εμάς

Εγώ
σε μένα

Δεν είναι μόνο το νερό που μας λείπει

Είναι και οι ορίζοντες θολοί"







Saturday, April 05, 2008

Ο Αρφός μου




Ο Αρφός μου εν ένας καλός ήσυχος άθρωπος,
οικογενειάρχης, φτωχός μεροκαμαθκιάρης
με τρία κοπελλούθκια.

Είδα τον ένα δείλις μετά που κάμποσες ημέρες
τζιαι αφού είπαμεν τα καθημερινά, ήρτεν η
κουβέντα στο νερό που λλιανείσκει τζιαι λαλεί μου:

"Εγιώ εν τζιαι σκέφτουμαι τα πλάσματα.

Τα πλάσματα έχουν νουν, εννάβρουν τρόπο.

Σκέφτουμαι τζείνα τα πουλιά.
Ίνταλος έννα ξιδιψούν,
κόμα το καλοτζιαίριν εν εμπήκεν

Θωρώ τζειν τα σιελιόνια που εν ιβρίσκουν πηλόν να κάμουν την φουλιάν τους,
ξέρεις ίντα τα λυπούμαι; " .

Έλάλεν μου τα τζιαι επογιάλλωννεν

Που το πρωϊν ως τζιην την ώραν, εσύντηχα με πολλούς

Άλλοι ελαλούσαν μου για τα χωράφκια τους
πόσα αξίζουσιν τωρά που ακρίβωσεν η γη
( σάμπου τζιαι η γη ανήκει σε κανέναν,
εν ισπιάζουμεν πως εν εμείς που ανήκουμεν σε τζείνην )

Άλλοι για τες πισίνες τους, Ίνταλος να τες γεμώννουν
τωρά που έν έσιει νερόν

Άλλοι για τες μετοχές τους,
έννα ψηλώσουν για έννα χαμηλώσουν

Ούλλοι τους είχαν έγνοιες

Θαρκούμαι όμως πως η έγνοια του αρφού μου

Ήταν η πιο αδρωπινή

Sunday, March 23, 2008

Οδός Λήδρας

Λέξεις που πονούν και το Βάλσαμο

Πράσινη Γραμμή

Νεκρή Ζώνη

Αδιέξοδη οδός Λήδρας

Οδοφράγματα

Είναι ο καιρός

Να σβηστεί η Πράσινη Γραμμή

Να πεθάνει η Νεκρή Ζώνη

Να ανοίξει η αδιέξοδη Λήδρας

Να ξηλωθούν τα οδοφράγματα

Ο τόπος είναι ένας

Ο τόπος να επανενωθεί

Τότε οι λέξεις δεν θα πονούν

Θα γίνουν βάλσαμο

Σε μια εγκάρσια πληγή που θα αρχίσει να κλείνει

Κερύνεια, Πάφος, Αμμόχωστος, Λεμεσός, Μόρφου, Λάρνακα

Λευκωσία, Λευκωσία

Κύπρος, Κύπρος, Κύπρος

21 Μαρτίου 2008

Άνοιξη στη Λήδρας

Άνοιξη στην Ενωμένη Κύπρο

Στις καρδιές

Άνοιξη

Saturday, February 16, 2008

Για το Χωρκόν μου




Για το Χωρκόν μου

Θα πάω πάλε στο χωρκόν
να δω την μάντρα τζιαι να πιω
νερό που τα’ αλακάτι

Να δω τον γέρο τον βοσκό
με την μαγκούρα στο γλεπιό
αφέντη τζιαι αρκάτη

Να δω τον σιήλλο να βουρά
τα’ αρνί που επήεν πιο μακρά
που τα’ άλλον το κοπάϊ

Τζιαι το κλιαρίν να τραππηά
με φόρα τζιαι να κουτουλλά
πα σε γρονιό ριφάϊ


Θα πάω πάλε στο χωρκόν
να ρέξω που τον ποταμόν
πον το παλιό γιοφύρι

Που έζιε λαλούσιν το στισιηόν
τζιαι γιω που τον πολλή μου φόον
επήαιννα πογύριν

Ν΄ακούσω κλάμα σκορταλλού
το κράξιμον του πετεινού
την ώρα που χαράσσει

τζιαι την καμπάνα να φακκά
να αντιλαλεί στα παραρά
στους κάμπους τζιαι στα δάση

Να κάτσω μες τον καφενέ
να πιω καφέν τζιαι πουτζιαμέ
να πάω στο παναΰρι

Να προσκυνήσω εβλαβικά
τζιαι να γοράσω πορικά
ποπλίνα τζιαι κασμίρι

Την ώρα που χαράσσει η αυκή
ν’ ακούσω τον ( ΠαπάΓιωρκήν ) Παπακωσταντή
πούτουν καλοφωνάρης

να ψάλλει να καλοναρκά
τους άρτους να τους εβλοά
νάμαι τζιαι γιω γιορτάρης



Η αληθκεια ένει εμμιάλινα τζι’ ασπρίσαν τα μαλλιά μου
μ’ ανταν να πάω στο χωρκόν , γίνουμε οκτώ γρονών μωρό
τζιαι πελλετώ πως εννα δω τα συνομίλικα μου

Να παίξουμεν πρώτην ελλιά
ζίζιρον, ανδρές τζιαι ππιριλιά
λιγκρί τζιαι καμιλούϊν

Μες την αυλήν στην εκκλησιά
πουκάτω στην αρτυμαθκιά
κοντά στο κρεμμαούϊν


Η αληθκεια ένει αρκόντινα, ζουλεύκουν με εμπόροι
μ’ ανταν να πάω στο χωρκόν ξέρετε ήντα πεθιμώ ?
Ψουμίν βραστό, μαύρην ελιά,
κότσιηνο πομυλόρι

Θα πάω πάλε στο χωρκόν
να πκιω κρασί γλιτζιήν , στερκόν
να πκιώ τζιαι ζιβανίαν

Μες το ποστάνιν να απλωθώ
την νύκτα τζιαι να τζιημηθώ
με τα’ άστρα πατανίαν



Η αληθκεια ένει επρόκοψα, έχω πουντζιή βαρβάτο
μ’ αντάν να πάω στο χωρκόν, γίνουμε όπως τον βλορκόν
για στη συτζιά για στην ροφκιά
έννα με δεις πουκάτω

Να κόφκω σαν τον αλουπό
ξινοσταφίλιν με τον φόον
του άφκαρτου σκαπούλλου

τζιαι με τα μμάθκια μου κλειστά
να κρολλοούμε που μακρά
φωνές του τουρκοπούλλου


Θα πάω πάλε στο χωρκόν
τζιαι να με κάμουσιν πουρκόν
νάχω δικούς μου στόλους

πόννα πεθάνω πεθυμώ
Στο μαναστήρι να θαφτώ
στους Δώδεκα Αποστόλους

1995

Wednesday, December 26, 2007

'Χορεύοντας με τις λέξεις' ή 'Οι άστεγοι των Χριστουγέννων'

Θα σας αφηγηθώ μια αληθινή ιστορία με λέξεις:

‘Επιτόκιο’.

Είναι μια λέξη που η Τζόαν πρωτάκουσε στην πέμπτη δημοτικού.

Μια λέξη που καρφώθηκε στο μυαλό της.

Παράπεμπε σε τράπεζες, σε χρήμα, σε επιτυχίες, στη λάμψη,
στο όνειρο.

Επιτόκιο. Η Τζόαν έκανε όνειρα με αυτή τη λέξη

‘Επίτοκος’.

Παρόμοια λέξη που σημαίνει τη γυναίκα ή το θηλυκό γενικότερα, που από στιγμή σε στιγμή θα γεννήσει. Θα φέρει σ’ αυτό τον κόσμο νέα ζωή γεμάτη όνειρα.

Την λέξη επίτοκος η Τζόαν δεν την ήξερε τότε
την έμαθε πολύ αργότερα, λίγο πριν γεννήσει το δεύτερο της παιδί.

Η συνέχεια της ιστορίας

Στην Αμερική στο τέλος του 2007 ανέβηκαν τα επιτόκια.

Μια άλλη λέξη τότε, πήρε τη θέση της λέξης Επιτόκιο

‘Έξωση’.

Τρομερή λέξη. Αν την κοιτάξεις καλά, έχει κοφτερά δόντια και γρυλίζει,
σαν να λέει:

‘Έξω εσύ’

Εκατοντάδες οικογένειες, επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν πλέον τις δόσεις τους,
βρέθηκαν στο δρόμο.

Κατασχέθηκαν τα σπίτια τους από τις τράπεζες

‘Κατάσχεση’

Η πράξη με την οποία περιουσιακό στοιχείο κάποιου τίθεται υπό δικαστική δέσμευση και του αφαιρείται το δικαίωμα διάθεσής του.

Τώρα ζουν σε σκηνές στο πάρκο
Αργότερα μπορεί και να γυρίζουν άστεγοι στους σταθμούς των τρένων

Η Τζόαν όμως, δεν περίμενε να την προδώσει αυτή η μαγική, και πολλά υποσχόμενη λέξη που πάνω της πόνταρε τόσα πολλά, που πίστεψε τόσο πολύ στο όνειρο.

Τουλάχιστον όχι αυτήν που έκανε όσα μπορούσε,
μα που τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν αρκετά.

Το όνειρο που έγινε εφιάλτης

Το ‘επιτόκιο’ που όταν ψήλωσε, μετατράπηκε, βάσει των νόμων, σε ‘έξωση’

Έξωση.

Απότοκο του ψηλού επιτοκίου

‘Απότοκο’

Μια παρόμοια με το επιτόκιο λέξη που σημαίνει παρεπόμενο, επακόλουθο.

Και πού να βρεθεί ένα καθαρό σεντόνι για να γεννήσει η επίτοκή, δηλαδή η Τζόαν,
το τρίτο της παιδί

Δεν θα βρεθεί.

Δεν είναι δυνατό να εξισώνονται τα πάντα.

Άλλο Έξωση άλλο εξίσωση, όσο κι αν μοιάζουν.

‘Εξίσωση’

Παρόμοια λέξη που παραπέμπει στην ισότητα

‘Ισότητα’

Μια λέξη που κανείς πια δε διαμαρτύρεται όταν βιάζεται

'Βιασμός'

Είναι μια λέξη που την ακούει όλο και πιο πολύ.
Μια έννοια που την νοιώθει να την κυριεύει όλο και πιο πολύ.

Βιασμός επιτόκιο, επίτοκος, απότοκο, εξίσωση, έξωση, ελπίδα, όνειρο εφιάλτης, κατάσχεση, ισότητα, βιασμός.


Αυτή ήταν η μικρή ιστορία με λέξεις.

Mε προεξάρχουσες τις λέξεις,

‘Επιτόκιο’, ‘Έξωση’ και ‘Βιασμός’


Σημαντική σημείωση: Κάθε λέξη έχει το πραγματικό νόημα που της αποδίδεται.


Χριστούγεννα 2007

( ‘Χριστούγεννα’

Όταν τα media θυμούνται τους άστεγους επειδή, ειδικά αυτή την εποχή,
‘πουλούν’ ).

Monday, December 24, 2007

Είσαι από άμμο


Ι

Είσαι από άμμο,
Πράσινος, βουβός, ανέλπιδος

Σε λίγο το κύμα θα σε καταπιεί.

Θα απλωθείς,

Κι ‘ κόκκοι σου...
Το μόνο παρήγορο, θα είναι αμέτρητοι

Τι κομπάζεις τώρα,

Ποιον θα ξεγελάσεις

Κοίτα, κοίτα το κύμα από μακριά,
το βλέπεις, καταπάνω σου έρχεται

Εσένα έχει στόχο

Δεν μπορείς σε μια στιγμή να γίνεις βράχος
όσο κι’ αν παρακαλάς τον ουρανό

Είσαι θνητός,

Όπως και ο βράχος,
όπως κι’ ο κόκκος, όπως κι’ ο ουρανός

Ο θάνατος απλά είναι θέμα χρόνου




ΙΙ


Γι’ αυτό μη κομπάζεις

Δέξου απλά το χάδι του ήλιου
και αντανάκλασε την ζεστασιά του


Αυτή είναι η αιωνιότητα

Εδώ είναι

Μέσα σ’ αυτή την ταπεινή στιγμή


Μην τη ζητάς αλλού.

Θυμήσου είσαι από άμμο,
Θυμήσου, έρχεται το κύμα

Saturday, September 22, 2007

Ήταν να μη γινεί το κακό

Αφιερωμένο στον φίλο Ασερά
και στην καλή του παρέα

«Ήταν να μη γινεί το κακό.
μα εγίνην

Ποττέ ξανά τα πράματα έθθα γινούν τα ίδια.

Μια λύση θέλει πολλά καλή θέληση αλλά τζιαι πρακτικές μεθόδους πάνω σε καθημερινή βάση για να γινεί πρώταπόλα δυνατή η συμβίωση.

Δυστυχώς όμως τα μυαλά τζιαι οι συνειδήσεις των ανθρώπων είναι μολυσμένα ( αμαρτίες αιώνων ή αμαρτίες γονέων παιδεύουσιν τέκνα ) τζιαι κάποιοι θέλουν τζιαι καταφέρνουν να τα διατηρούν έτσι.

Άμα βάλεις μέσα τζιαι τα οικονομικά συμφέροντα η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σιειρόττερη.

Προσωπικά πιστεύκω τζιαι θέλω να πιστεύκω ότι οι αθρώποι, άσπροι μαύροι κότσιηνοι, ( όσο τζιαν φαίνεται ρομαντικό τζιαι ουτοπικόν ), εν έχουν τίποτε να χωρίσουν.
( Ήντα σημασίαν έσιει όμως ίνναμπου πιστεύκω εγιώ )

Έλα όμως που άμαν μείνουμε χωρίς εχθρούς νοιώθουμεν ( έτυχε σας ? ) σάννα κάτι μας λείπει.

Είμαστεν εθεισμένοι. Έχουμεν ανάγκην από εχθρούς.
Επιβεβαιώνουμε έτσι τη δύναμη, τον ανδρισμό τζιαι τον πατριωτισμό μας.

Αγαπούμεν τους "εχθρούς" μας στο τέλος γιατί έχουμεν τους απόλυτην ανάγκη. Εν όπως τους βαρβάρους του Καβάφη.

Το θέμαν είναι δηλαδή τζιαι ψυχολογικόν.

Άρα  το κυπριακόν είναι

ψυχολογικόεθνικοπατριωτικόοικονομικοιστορικοθρησκευτικοπολιτικο κλπ θέμα

τζιαι εμείς ( η γενιά μας δηλαδή, φτίμμα – γλίμμαν της προηγούμενης τζιαι φοούμε, μήτρα της επόμενης ) που καλείται να το λύσει είναι

Αδιαφοροσυμεφοντολογοσυγχισμένοψευτομαγκοφωνακλαφανατικομπουρδολόγοι κλπ

Αμα λυθεί τούτη η εξίσωση εννα λυθεί τζιαι το κυπριακόν

Τόσο απλά δηλαδή εν τα πράματα.
Ε ππις οφ κκέϊκ που λαλούν τζιαι οι Εγγλέζοι ( που παρεμπιπτόντως κάμνουν χάζι μαζί μας )

Sunday, July 08, 2007

Χιονίζει στάχτη


"Το φθινόπωρο πέθανε
και η άνοιξη ψυχορραγεί

Το καλοκαίρι και ο χειμώνας
παλεύουν την στερνή τους πάλη

Έξω από το ρινγκ στοιχηματίζουν στο όνομα μας
οι αυτόκλητοι αρχηγοί

Ανήμποροι θεατές εμείς
κουνούμε αδιάκοπα τα χέρια

Έχουμε υποχρέωση να μισούμε,
έχουμε υποχρέωση να απολαμβάνουμε
κάθε κτύπημα στο στομάχι
έχουμε υποχρέωση να χειροκροτούμε
κάθε γερή γροθιά

Για να έχουμε μερίδιο στα λάφυρα

Αυτοί μας δίνουν το σύνθημα
και εμείς γιουχαΐζουμε στις παγερές κερκίδες

Κάθε τόσο ακούγεται το καμπανάκι

Κι άλλος γύρος τέλειωσε
οι παίκτες αιμόφυρτοι αγκομαχούν

Τι ηδονή

Κάθε τόσο ακούγεται το καμπανάκι

Σιγά -σιγά μετατρέπεται
σε ήχο πένθιμο, αργό, απόμακρο

Αύριο θα’ ναι ο τελευταίος γύρος
Αύριο θα ορμήσουν τα θηρία στην αρένα

Αύριο θα χιονίζει γκρίζα στάχτη
ανελέητα στις κερκίδες
και στα γυμνά κορμιά μας

Αύριο, το αύριο δεν θα σημαίνει τίποτε"