Saturday, May 01, 2010

Ο Ττεμπέλης ο Παναής τζιαι οι εκατον ένας Δράτζιοι

Εν μια ακόμα παραλλαγή κυπριακού παραμυθκιού.

Προς συμπαράσταση του φίλου Aceras για τες συγκινητικές προσπάθειες που κάμνει για να διασώσει την παράδοση του τόπου μας.

Μιαν άλλην αξιόλογη παραλλαγή εθκιέβασα στο μπλογκ του "ονειροπόλου"


Ο ττεμπέλης ο Παναής τζιαι οι 101 Δράτζιοι


Μια φορά τζιαι έναν τζιαιρόν, είσιεν έναν ττεμπέλη που τον ελαλούσαν Παναή.

Ο Παναής ποττέ του εν εδούλευκεν τζιαι ούλλη μέρα ετζοιμάτουν.

Μιαν ημέραν που εφούρνισεν η γειτόνισσα, έπεψεν στήν μάνα του Παναή ψουμίν βραστόν τζιαι έναν πιάτο φρέσκον μέλι.

Επήεν η φτωσιή η μάνα του, πουκάστo κλίμα που ετζοιμάτουν ο Παναής τζιαι εφώναξεν του να ξυπνήσει για να φάει. ‘Σήκου γυιε μου’ λαλεί του ‘έπεψε σου η γειτόνισσα βραστό ψουμίν τζιαι μέλι να φάεις’
- ‘Άϊσμε μανά’ λαλεί της ‘ να τζοιμηθώ τζιαι είμαι ποσταμένος’.
Μα ήταν ποσταμένος?, έτο εν που το βουρσουλλίκκιν του. Ελάλεν έτσι της μάνας του πέρκει φύει να τον αφήκει.

Άμαν τζιαι φώναξεν του κάμποσες φορές, τούτος εβαρήθηκεν την τζιαι λαλεί της ‘ Άφησμου τα τζιαμαί μανά τζιαι υστερόττερα εννα τα φάω’. ‘Καλό γυιε μου’ λαλεί του. Τζιαι έβαλεντου του τα δίπλα του, πάνω σε μια ξίλενην τάβλα .

Άμαν τζιαι εχόρτασεν τον ύπνον τζιαι που την πείναν η τζυιλιά του εκουρκούριζεν εσκέφτηκεν να φάει. Μα που το βουρσουλλίκκιν του τζιαι που το ττεμπελιόν του, αντί να σηκωστεί έβαλεν το πιάτο πάστην τζυλιάν του. Έκοφκεν το καυκάλλι του ψουμιου, έμπηεν το μες το πιάτον τζιαι ώσπου να το φέρει στο στόμαν του το μέλι έστασσεν τζιαι έτρεσιεν πάνω στο κορμίν του.

Στην πολλή την ώραν εσυνακτήκαν ούλλες οι μουγιες. Όπου τες είσιες έρκουνταν να φάσιν μέλιν που το κορμίν του Παναή. Εκαρκαλίζαν τον θέμα τζιαι σαν ελαοτζοιμάτουν αντινάκτηκε τζιαι εφαράσασιν οι μούγιες τζιαι με μιαν πισκαλιάν εσκότωσεν καμπόσες. Εγέμωσεν η φούκτα του μούγιες σκοτωμένες. Έμεινεν τζιαι εθώρεν τες κάμποσην ώραν σκεφτικός τζιαι ύστερα, δουλειάν εν είσιεςν να κάμει, άρκεψεν να τες μετρά.

Μια, θκιό, τρεις, εμέτρησεν τες ούλλες. Ήταν εκατόν μούγιες σκοτωμένες.

Άμαν τες εμέτρησεν σαννα τζιαι κάτι εμπήκεν μες τον νουν του.

Εχαίδεψεν λλίον τα γένια του τζιαι εφώναξεν της μάνας του

- ‘Πέμου γυιε μου’, λαλεί του.
- ‘Μανά’ λαλεί της, ‘Να πάεις τζεικάτω στον κωμοδρόμο τζιαι να του παραντζείλεις έναν μιάλον σπαθίν, ίσια τόσον’ τζιαι έδειξεν της ως τον νόμον του, 'τζιαι να του πεις να γράψει πάνω με γρυσά γράμματα, «ΠΠΕΣΟΝΤΑ ΣΚΟΤΩΝΝΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΖΙ’ ΑΛΟΙΜΟΝΟΝ ΤΖΙΑΝ ΣΗΚΩΣΤΩ», εκατάλαβες?'.


- ‘ Ήντα το θέλεις το σπαθί γυιέ μου’ λαλεί του η φτωσιή η μάνα του,
- ‘ Εννα πάω νάβρω την τύχη μου μανά’ λαλεί της
- ‘ Κάτσε γυιε μου έσσω σου’
- ‘ Άκουσες ίνταμπου σου είπα μανά? σε τρεις ημέρες πέτου ναν τελιωμένον’.

Ήντα να κάμει η μάνα του επήεν κούτσα - κούτσα στον κωμοδρόμον τζιαι λαλεί του. ‘ Είπεν μου ο γυιος μου ο Παναής να του κάμεις έναν μιάλον σπαθήν ίσια τόσον’ τζιαι έδειξεν του με το σιέριν της ‘τζιαι πάνω να γράφει με γρυσά γράμματα, «ΠΠΕΣΟΝΤΑ ΣΚΟΤΩΝΝΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΖΙ’ ΑΛΟΙΜΟΝΟΝ ΤΖΙΑΝ ΣΗΚΩΣΤΩ» τζιαι σε τρεις ημέρες ναν τελιωμένον, εκατάλαβες?

- ‘ Εκατάλαβα θκειούλλα ‘ λαλεί της, ‘έλα σε τρεις ημέρες να το πκιάσεις’.

Εστράφηκεν η μάνα του Παναή, συλλοϊσμένη. ‘ Τι θα το κάμει το σπαθίν τούτος, ίνταμπου εσκέφτηκεν? ‘

Επήεν τζιαι ηύρεν τον Παναήν τζιαι εσάζετουν. Εβρασεν νερόν μες το χαρτζίν για να λουθεί. Τζιαι είπεν της:

- Μανά, έβρε μου ρούχα καθαρά, τες καλές μου τες τσαγγαροποΐνες, κατέβας τζιαι την βούρκαν που το ανόϊ τζιαι το παούριν του νερού.

Τούντες τρεις ημέρες ο Παναής έφαν τες πάστες προετοιμασίες. Ελούθηκεν εξιουρίστηκεν, εσάσεν την βούρκαν του, εγιέμωσεν κρυόν νερόν το παούριν του τζιαι έκατσεν τζιαι εκαρτέραν. Έτσι σαν εσυλλοΐζετουν βρικτός, είδεν την μάναν του που εκωλόσυρνεν το σπαθί. Ήταν τόσο βαρετόν που η καημένη εν εμπόρηεν να το σηκώσει. Είδεν τζιαι τα γρυσά γράμματα που έγραφεν πάνω στο σπαθί, όπως εδιάταξεν, Έγραφεν «ΠΠΕΣΟΝΤΑ ΣΚΟΤΩΝΝΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΖΙ’ ΑΛΟΙΜΟΝΟΝ ΤΖΙΑΝ ΣΗΚΩΣΤΩ»

- ‘Πράβο μανα’, λαλεί της, ‘έτσι το έθελα’ τζιαι έπιαν το που τα σιέρκα της τζιαι σήκωσε το ψηλά τζιαι εσσιησεν τον αέρα να το δοκιμάσει.
- ‘Πέμου γυιε μου Παναή, ήντα το θέλεις το σπαθίν τζιαι που εννα πάεις? ‘
- Είπουν σου μανά, εννα πάω να πάω να έβρω την τύχην μου
- Αν σου πω να μεν πάεις, ξέρω το πώς έν θα μ’ ακούσεις. Άτε να σου δώκω την εφτζιήν μου’. ‘Να πάεις στο καλόν’ λαλεί του τζιαι εφίλησεν τον σταυρωτά.

Εφορτώθην την βούρκαν του ο Παναής, έβαλεν το σπαθίν στην κόξαν του τζιαι έδωκεν μες το δάσος. Επήεννεν επήεννεν ώσπου τζιαι εδίψασεν. Εσταμάτησεν εθαύμασεν το σπαθίν του τζιαι άμαν εξιδίψασεν τζιαι εξιποστάθην, άρκεψεν πάλαι το παρπάτημαν. Κατά το μεσομέριν επείνασεν. Ήβρεν έναν μιάλον πεύκον με πασιήν οσσιόν τζιαι έκατσε πουκάτω. Ανοιξεν την βούρκαν του άπλωσεν την μαντηλιάν χαμαί τζιαι έκατσεν για να φαει. Είσιεν ψουμί σιταρένον, μαύρες ελλιές, σκλερόν χαλλούμι, αναρίν τζιαι κρομμίν. Θαρκούμε είσιεν τζιαι πομυλόριν κότσιηνον μα έν βάλλω το σιέριν μου στο λαμπρόν.

Άμαν τζιαι έφαεν τζιαι εκαλοκαρτίστηνο Παναής ενύσταξεν τζιαι αποφάσισεν να τζοιμηθεί. Εκρέμμασεν το σπαθί του πάστον πέφκον, ήβρεν μια ίσιαν άσπρην πέτρα για μαουλούτζιν τζιαι έγυρεν να τζοιμηθεί. Την ώραν που έγυρεν εδίκλησεν τζιαι είδεν το σπαθιν του που εγιάλλιζεν τζιαι σαν έθκιέβαζεν τζείνον που έγραφεν πάνω «ΠΠΕΣΟΝΤΑ ΣΚΟΤΩΝΝΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΖΙ’ ΑΛΟΙΜ…» επήρεν τον ο ύπνος τζιαι στο λεπτόν άρκεψεν να λογχαρίζει.

Τζείνος ο τόπος όμως ήτουν τόπος τους δράκους, μα που να το ξέρει ο Παναής.

Εν επέρασεν πολλή ώρα τζιαι ήρτεν ο κουτσόδρακος. Επέψαν τον οι άλλοι να τους μαϊρέψει τζιαι που ννα έρτουν που τα χωράφκια τζιαι τες δουλειές τους να έχουσιν βραστόν φαΐ να φάσιν. Ανταν τζιαι εκόντεψεν τζιαι είδεν τον Παναήν τζιαι εθκιέβασεν ίνταμπου έγραφεν πάνω στο σπαθίν του, ανατρίσιασεν.

- ‘ Άπαναγία μου’ λαλεί, ‘ Εμείς οι δράτζιοι είμαστεν εκατονένας, αν ισκοτώσει τους έκατόν ππέσοντα, τον άλλον που έννα σηκωστεί, εννα τον κάμει κεϊμά’ τζιαι έπκιαν την στράταν να εύρει τους άλλους εκατόν δράκους να τους το πεί.

- ‘Δράτζιοι μου, αδέρκια μου’ λαλεί τους’ ‘ έτσι τζιαι έτσι’ ‘τζοιμάται πουκάστον
πέφκον τζιαι έσιει το σπαθίν του κρεμμασμένον τζιαι γράφει πάνω με γράμματα χρυσά

«ΠΠΕΣΟΝΤΑ ΣΚΟΤΩΝΝΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΖΙ’ ΑΛΟΙΜΟΝΟΝ ΤΖΙΑΝ ΣΗΚΩΣΤΩ»’

‘Αν σκοτώσει τους εκατόν μας ππέσοντα, τον άλλον που έννα σηκωστεί, εννα τον κάμει κεϊμά’. Εππέσαν ει την συλλοήν οι δράτζοι τζιαι ο γεροντόττερος επήρεν τον λόον τζιαι λαλεί τους.

- ‘Ακούτε δράτζιοι, αδέρκια τζιαι παιθκιά μου. Έν ιμπόρουμεν να κάμουμεν τίποτες άλλο. Θα πάμε να τον παρακαλέσουμεν να μεν μας σφάξει τζιαι να του τάξουμεν δώρα τζιαι χρυσάφκια τζιαι να τον κάμουμεν αν θέλει τζιαι βασιλιάν μας’.

Εσυφφωνήσαιν οι δράτζιοι τζιαι εξεκινήσασιν γιάλι – γιάλι να πάσιν, μεμπα τζιαι ξυπνήσουν τον άξξιππα τζιαι θυμωθεί τζιαι σκοτώσει τους ούλλους με το τρομερόν σπαθίν του.

Άμαν άκουσεν φασαρίαν ο Παναής άννοιξεν λλίον τα μμάθκια του τζιαι είεν τους δράκους που έρκουνταν χάλουππα - χάλουππα εφοήθηκεν τζιαι πας τον φόον του τον πολλήν ετράβησεν το σπαθίν του τζιαι εγύρισεν το κατά τους δράκους τζιαι τζείνοι εκάμαν απου φύει –φει. Ένας μόνο, ο γεροντόττερος, εστάθην τζιαι είπεν του

- Γυιε μου’ λαλεί του’ Λυπήθου μας, με μας σκοτώσεις τζιαι εμείς εννα σου
δώκουμεν δώρα τζιαι χρυσαφικά τζιαι κόμα εννα σε κάμουμεν τζιαι βασιλιάν μας’.

Αμαν εκατάλαβε ίνναμπου γίνεται ο Παναής, εκατέβασεν το σπαθίν του τζιαι έταξεν του ότι έθθα τους ισκοτώσει μα τζείνοι πρέπει να κρατήσουν τον λόον τους. Αφού εκλείσασιν τη συμφωνίαν, ο γέρο δράκος εφώναξεν τζιαι τους άλλους εκατόν τζιαι εδιάταξεν τους να σφάξουσιν βούθκια τζιαι κουέλλες, να κάμουσιν οφτά τζιαι σούβλες για να γιορτάσουν την σωτηρίαν τους τζιαι να φιλέψουσιν τον ξένον που τους εχάρησεν την ζωήν τους.

Ούλλη νύκτα ετρώασιν τζιαι επίννασιν ο Παναής τζιαι οι δράτζιοι τζιαι κατά το ξημέρωμαν επήρεν τους ο ύπνος.

Την άλλην ημέραν έπρεπεν να πλίννουσιν τα αντζιά. Εξεκινήσασιν να παν να φέρουν νερόν που τον ποταμόν που ήτουν έναν μίλι μακρυά. Επκιάσαν ούλλη που έναν ασσιή, εδώκαν έναν τζιαι του Παναή να πάν να τα γεμώσουν. Ο παναής όφτζιερον εν το εσήκωννε το ασιιήν, ίνταλος θα το εκουβάλεν τζιαι γεμάτον. Εβαρκέτουν θέμα να πάει τόσον τόπον τζιαι να στραφεί. Έκατσεν μιαν σταλαμήν τζιαι εσκέφτηκεν. Ίντα να κουβαλουμεν το νερό με τα ασσιά τζιαι να μεν ιφκάλουμεν έναν αυλάτζιν κατηφορικόν, να ρέσσει το νερόν που το λημέριν τους να μεν κάμνουν με κόπον.
Εφώναξεν το γερόδρακο τζιαι είπεν του έτσι τζιαι έτσι, βάρτους να σκάψουν έναν αυλάτζιν τζιαι να φέρουν το νερόν δακάτω.

Έτσι τζιαι εκάμασιν οι δράτζιοι τζιαι άμαν ετελιώσασιν εχαρήκασιν τόσον πολλά που εκάμαν άλλον ζιαφέττι του Παναή που τους έδωκεν έτσι σπουδαία συμβουλή.

Όσον επερνούσασιν οι μέρες πιο πολλά οι δράτζιοι αγαπούσαν τον. Είχαν τον βασιλιάν τους τον Παναή. Τζείνος επαράντζιελλεν τους τζιαι τζείνοι ακούαν ότι τους ελάλεν.

Μιαν ημέραν σαν εκάθουνταν οι δράτζιοι, πουκάστους πέφκους στο λημέριν τους, εσηκωστήκασιν τζιαι αρκέψαν ούλλοι βούρος.

- ‘Βούρα Αφέντη Παναή’, λαλεί του ένας μιτσής δράκος, ‘ήρτεν ο κάπρος τζιαι αν
δεν χωστείς εννα σε σκοτώσει’.

Δικλά ο Παναής τζιαι τι να δει. Ένας αρκόσιηρος που δαμαί ως τζεικάτω τζιει, με κάτι δόντκια κοφτερά, πάνω στην μούττην του, όπως τες ππάλες. Εν επρόκαμνεν να φύει τζιαι εσκέφτην να φκεί πάνω στον πέφκον. Έτσι σαν έφκαιννεν πας το δεντρόν, ετράβησεν τζιαι το σπαθιν μιτά του, μα επειδή ήταν βαρετόν έππεσεν του τζιαι εκάρφωσεν πάστον λαιμόν του αρκόσιηρου τζιαι επιτούσαν τα γέματα του ώσπου τζιαι εψόφησεν.

- ‘Πράβο αφέντη Παναή, πράβο. Εγλίτωσες μας πο τούντο θηρίον που τόσα γρόνια εφοΐτσιαζεν μας τζιαι έκαμνεν μας του κόσμου τες ζημιές’

Τζιαι άλλοι εφιλούσαν του τα σιέρκα του τζιαι άλλοι εσύρναν τον ισιαπάνω τζιαι εξαναπκιάνναν τον.

Άτε πάλαι. Ξανά σούβλες τζιαι ξανά κρασιά τζιαι διασκεδάσεις.

Έτσι σαν εδιασκεδάζασιν τζιαι ήταν χαρούμενοι πολλά, ήρτεν τους χαρτίν να παν στον πόλεμο. Εσσιωπήσαν μονομιάς ούλλοι. Εσύντησιεν μόνον ο γεροδρακος τζιαι λαλεί τους

‘ Άτε, βουράτε να σαστείτε τζιαι αύριο που το πουρνόν έννα πάμεν στον πόλεμον, πρέπει να νιτζιήσουμεν γιατί αν μας νιτζιήσουν αλοίμονον μας. Είμαστεν όμως τυχεροί γιατί έχουμε μαζί μας τον Παναή που εν πρώτον παλληκάριν τζιαι με το σπαθίν του εννα σκοτώννει εκατόν εκατόν ’ είπεν τζιαι ούλλοι οι άλλοι 0δράτζιοι εσυμφωνήσασιν.


Ο Παναής που τον φόον του ούλλη νύκτα εν ετζοιημήθηκεν, εν ήξερεν ινναμπουν να κάμει. Αμαν εξημέρωσεν τζιαι συνακτήκασιν ούλλοι οι δράτζοι τζιαι εμπήκαν σειράν είπαν του Παναή να θκιαλέξει πρώτος άππαρον. Είδεν τους ούλλους τους αππαρους στην σειρά τζιαι εθκιάλεξεν τον πιο γέρικον, πέρκει έκοφκεν πίσω. Εκαβαλλίτζιεψασιν τζιαι ο Παναής τζιαι οι δράτζιοι τζιαι εξεκινήσασιν. Κατρζιήν ήταν οι άλλοι δράτζιοι, οι οχτροί τους. Ήταν διπλάσιοι, τριπλάσιοι που λλόου τους, πιο άρκοι τζιαι πιο φοϊτσιάρικοι.

Έπεξασιν τες σάλπιγγες τζιαι αρκέψαν οι αππάροι τζιαι εβουρούσαν. Γληορόττερα που ούλλους εβούραν ο άππαρος του Παναή γιατί, αν τζιαι γέρικος, επειδή έξερεν που πόλεμον εν εδειλίαν.

Εβούραν σαν τον άνεμον, θκυιό σκάλες ομπρός που τους άλλους. Σαν επήεννεν ο Παναής, που τον πολλήν του φόον εσκέφτην να πιαστεί πα σε κανέναν δεντρόν πέρκει κόψει την φόρα του ο άππαρος τζιαι σταματήσει. Μα το δεντρόν, που ήβρεν ομπρός του τζιαι αγκάλιασεν το, που την πολλήν του τύχην, ήταν σαπισμένον τζιαι κούφκιον τζιαι εφκήκεν τζιαι έπαιρνεν το μιτά του ο Παναής.

Ανταν τζιαι θωρούν τον οι άλλοι δράτζιοι, οι οχτροί, με το δεντρόν στην μασκάλη τζιαι με το γιαλλιστόν του το σπαθίν που έγραφεν με γρυσά γράμματα «ΠΠΕΣΟΝΤΑ ΣΚΟΤΩΝΝΩ ΕΚΑΤΟΝ ΤΖΙ’ ΑΛΟΙΜΟΝΟΝ ΤΖΙΑΝ ΣΗΚΩΣΤΩ» εφοηθήκαν τόσον πολλά που εκάμαν απου φύει –φει. Εκάτσαν τους τα βούρη οι δικοί μας, μα που τον φόον τους εν εδεικλίσαν ούτε μιαν βολά πίσω τους.

Ξανά παναΐρκα τζιαι διασκεδάσεις, ξανά σούβλες, οφτά τζιαι κρασιά τζιαι δώρα τζιαι χρυσαφικά στον Παναή που έσωσεν τη ζωήν τους τόσες πολλές βολές.

Επαίρναν ο τζιαιρός τζιαι οι μέρες ήταν η μια καλλύττερη που την άλλην. Ο Παναής όμως εβαρύθηκεν. Επεθύμησεν τζιαι την μάναν του τζιαι τους χωρκανούς του τζιαι αποφάσισεν να στραφεί πίσω.

Επροσπαθήσασιν οι δράτζιοι να του αλλάξουν γνώμη μα έντα εκαταφέρασιν τζιαι έναν πρωί εποσιερέτησεν τους έναν έναν. Πριν να ξεκινήσει, οι δράτζιοι που είχαν ευκαρίστησιν που λλόου του, εγεμώσαν του δκυο σακκούλλες χρυσαφικά τζιαι επειδή έντα έσωννεν, εφωρτοθήκαν τες θκυο δυνάμενοι δράτζιοι τζιαι εξεκινήσασιν μαζί του για να του τες πάρουσιν.

Αμαν τζιαι εμπήκαν του χωρκού τζιαι είδαν τους οι χωρκανοί, εκλειωθήκαν έσσω που τον φόον τους. Εθωρούσαν τους μόνον που τα παναθύρκα τζιαι που τες χαραμαθκιές που ερέσσαν τζιαι έν εξέρασιν ίνναμπου εγίνετουν.

Εξιφορτωθήκασιν τες με δυσκολίαν οι δράτζιοι τες σακκούλλες με τα χρυσαφικά γιατί ήταν πολλά βαρετές τζιαι ο Παναής εκρέμμασεν το σπαθίν του πας τον τοίχον. Οι δράτζιοι εκάμασιν να φύουν μα η μάνα του Παναή εν εδέκτηκεν. Εμαΐρεψεν τους αυκά τζιαι λουκάνικα τηανιτά, έγυρεν τους τζιαι κρασίν να πιουσιν να καλοκαρτίσουν τζιαι επήεν χάλουππα - χάλουππα τζιαι άνοιξεν τες σακκούλλες. Ανταν τζιαι είδεν τα χρυσαφικά εν επίστεφκεν στα μμάθκια της.

Όσον τζιαι έφερεν τον νουν της, εσκέφτηκεν πως ήτουν καλλύττερα να τα χώσει, γιατί ο γυιος της ο Παναής που το ττεμπελίον του το πολλήν, εν θα τα εκουμαντάρισκεν. Γιάλι- γιάλι έφκαλεν τα χρυσαφικά που τες σακκούλλες τζιαι εσίστιλεν τα. Τες σακκούλλες εγέμωσεν τες με κρομμυόφυλλα, να φάινουνται γεμάτες.

Άμαν εφάαν τζιαι ήπιαν οι δράτζοι τζιαι εξιποσταθήκασιν καλά, ευκαριστήσαν την μάνα του Παναή, εποσιερετήσαν τον αφέντην τους τζιαι εξεκινήσαν για να φύουσιν.

Έτσι σαν επηέννασιν είπαν να δουν ακόμα μιαν φορά τον Παναή, πριχού κόψουν καντούνι. Είδαν τον την ώραν που έφκαλλεν τες σακκούλες, μιαν στο ένα σιέριν τζιαι μια στο άλλον, που τες σκάλες, πανω στο ανόϊ τζιαι εθαυμάσασιν ξανά τη δυναμή τζιαι την παλληκαρκάν του τζιαι εβιάζουνταν να πάσιν πίσω να το πουν τζιαι στους άλλους δράκους.

Τζεινοι, που εν τζιαι δράτζοι, εξυμασκαλιστήκαν που το βάρος των γρυσαφικών τζιαι ο Παναής έφκαλλεν τες σακκούλλες πανω στο ανόϊ

σανννα τζιαι ήταν γεμάτες

κρομμυόφυλλα αντίς χρυσαφικά.





Στην Μνήμη της μάνας μου.

Sunday, April 25, 2010

Κάμετε τόπο

Είπα να δώκω έναν γυρό ( με το αυτοκίνητο )
στη φύση
πέρκι ξιαγχωθώ
Έν τα κατάφερα
Έν έσιει μούττη απείραχτη, ούτε λαξιά


Η φωτογραφία χωρίς σχόλιο

κανεί την ο τίτλος

"Κάμετε τόπο"













Sunday, March 28, 2010

Οι Γύπες


Έσιει μιαν κουβέντα που λαλούμεν στην Κύπρο
Τζιαι αθθυμήθηκα την αμαν εθκιέβασα πριν λλίες μέρες
ένα ρεπορταζ στην εφημερίδα

Μαλλώνουσιν λαλεί η Ρωσσία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Δανία τζιαι η Νορβηγία
ποιος θα εκμεταλλευτεί την Αρκτική, τωρά που λιώννουσιν οι πάγοι, αφού έσιει
λαλούν πολλή πετρέλαιο τζιαι άλλον ορυκτόν πλούτο

Η κυπριακή κουβέντα που σας ελάλουν πιο πάνω ακολουθεί: ( εν ποτζείνες που οι προτινοί ενηστεύκασιν 40 μέρες για να πούσιν )

«Γυρεύκουν γάρον ψοϊσμένον για να φκάλουν τα καλλίτζια»

Αθθυμήσαν μου τζιαι μιαν εικόνα που τα μιτσιά μου χρόνια ( Πάλαι με πρωταγωνιστήν το καημένο το γαούρι )

Πάνω στα Γερακαρκά, που κάποτε ήταν μακρυά ( τωρά άρκεψεν τζιαι γεμώνει σπίθκια τζιαι γίνουνται ισοπεδώσεις, τζιαμαί που εβλαστούσαν οι λαλλέδες, μες τες αναμεσιές των θρουμπιών τζιαι των μαζιών ) άμαν εψόφαν κανένα γαούρι ή άλλο μιάλον κτηνόν που εν ετρώετουν ( γιατί αν ετρώετουν εξέραμεν τζιαι εκανονονίζαμεν το άλλοσπως ) επετάσσαν το μες τες λαξιές.

Πολλές φορές αφήνναν το για να ψοφήσει τζειπάνω μόνο του να γλιτώσουν τζιαι το κουβάλημα.

Άμαν το επαίρναν μυρωθκιάν οι γύπες ( εχαθήκασιν τζιαι οι γύπες που τα φυτοφάρμακα τζιαι την ανεφαγίαν ) εκοντοσυνάουνταν. Εδυούσαν κάμποσες φορές γυρό ψηλά, που πάνω που το άτυχον κτηνόν τζιαι σιγά σιγά εκατεβαίναν τζιαι αρκέφκαν τζιαι ετρώαν.

Αν ήσουν κοντά εθώρες τους γύπες που εμαλλώνασιν. Άκκαννεν τζιαι ενύσιαζεν ο ένας τον άλλον ποιος έννα φάει πρώτος. Εγίνουνταν μάχες ομηρικές που πάνω που το φτωχόν το γαούρι.

Τούτον μου αθθυμήσαν οι χώρες που μαλλώνουν για την Αρκτική.

Τους γύπες.

Τζιαι η γη μας αθθυμήζει μου το γαούριν το μισοζώντανο

Φόρτωσε φόρτωσε
έν αντεξεν άλλον το καημένον το κτηνόν
τζιαι γυρεύκει γωνιά για να ψοφήσει

Τζιαι εν κανούν τούτα ούλλα, ακόμα τζιαι στο θάνατον του (της ) πελεκούμεν το ( την )

Η έννοια μας ?

Μέμπα τζιαι εννά πιάσει άλλος τα καλλίτζια.

Τζιαι μια άλλη φωτογραφία
που αν έχουμεν τσίππαν εννα αντραπούμεν




Monday, February 15, 2010

Ωδή στην κότα

Ωδή στην κότα

( Οφειλόμενη τιμή )
( Κατάλληλον και δια χαλάρωσιν )

Ευκαριστώ σε όρνιθα
που μέρους των αδρώπων
που μας συμπαραστέκεσαι
με τον δικό σου τρόπον

Για ούλλα που μας έδωκες
τωρά σιηλιάες γρόνια
που ενΐωσες τόσες γεννιές
γονιούς παιθκιά τζιαι αγγόνια

Πρώτα που ούλλα για το αυκόν
που εγέννας καθημερινά ( φαντάζουμε με πόνον )
Ήταν το πιο γλυτζίν φαΐ
Πολλές φορές, το μόνον

Αμαν ναν εκουκκούταζες
εγέλαν το σιειλίν μας
ετρέχασιν τα σάλια μας
κουρκούραν το τζειλιήν μας

Πριχού δόντκια να φκάλουμε
ετρώαμεν το μελάτον
ύστερα ετρώαμεν το πυκτόν
τζιαι πιο ύστερα στεκάτον

Τηανιτόν πιο ύστερα
πούμαστεν κοπελλούκθια
με πατατούες αχνιστές
τζιαι με τα κολοκούθκια

Πάντα εις την αρρώστια μας
εκάμναν μας την σούππα
με τες πασιές τες κούννες σου
εγέμωννες μιαν κούππα

Τζιαι στες γιορτές που ετρώαμεν
κόμα τζιαι στα χαρτώσια
εγέμωννες τα πιάτα μας
τζιαι εκρύφκαμεν την φτώσια

Κότα, καλή μας όρνιθα
αξίζεις μεγαλεία
τζιαι ότι για σέναν εννα πω
θαρκούμαι πως εν λλία

Χόρτον ψιντρό τζιαι κλίθθαρον
τρώεις που το περβόλιν
τζιαι είσαι, ( λαλεί το τζι’ ο γιατρός )
δίχα χοληστερόλη

Τωρά που αρκοντίναμε
τζιαι εν μας φορούν οι τόποι
τζιαι αλλάξαν οι συνήθειες
τζιαι αλλάξασιν τζι’ οι τρόποι

έσιεις στα εστιατόρια
θέση απού τες λλίες
τζιαι προτιμούν σε τζιαι οι φτωσιοί
μα τζιαι οι ππαραλλλήες

Μαζί σου εγεράσαμεν
είσαι η παρηορκά μας
ποττέ σου εν επόλειψες
από την μαϊρκάν μας

Έγραψα σου τούντο ποίημαν
ούλλους τους λας εκφράζω

Συγχώρα με καλή μου όρνιθα ,

λαλώ σου το στην γλώσσα μου
αφού εν μπορώ να κράζω

Σσιυφτός επαραμέρησα
όρνιθα να περάσεις
να πάεις εις την γίστην σου
τζιαι εν νύκτα, να τζιτάσεις

Για να γεννήσεις τζιαι αύριο
το δίκροκον αυκό σου

Διατελώ μετά τιμής

Ο παρ’ ολίγον ποιητής

Παντοτινά δικός σου
Υ.Γ.

Όσες φορές τζιαν πάτησα
κότα τες τσιλλαρκές σου
σε συγχωρώ από καρκιάς
για όσα πολλά μας πρόσφερες
τζιαι για τες ομορκιές σου.


Saturday, January 16, 2010

Όταν



( Ωδή ( και οδοί ή λεωφόροι )
στην υποκρισία )

Όταν το χρήμα είναι Θεός
( και το προσκυνούμε )
Όταν το σύστημα σχεδιάστηκε στην άκρατη κατανάλωση
( και τυφλά το υπηρετούμε )
Όταν τα όρια έγιναν αόρατα
( και πουθενά δεν σταματούμε )
Όταν επιτυχία σημαίνει μόνο συγκέντρωση πλούτου
( και ομογνωμούμε )
Όταν δεν έχει σημασία πώς πετύχαμε αλλά απλά το ότι πετύχαμε
( και επί πτωμάτων πατούμε)
Όταν μας παραμυθιάζουν
( και ευτυχείς παραμιλούμε )
Όταν ένα άδικο σύστημα το αγιοποιούμε
( και προσκυνούμε )
Όταν μας κουρδίζουν
( και χοροπηδούμε )
Όταν η επανάσταση κατάντησε λέξη φαιδρή
( και στο άκουσμα της γελούμε)
Όταν το εγώ κυριαρχεί
( και μοναχικά το υιοθετούμε )
Όταν τα φάρμακα και οι σφαίρες είναι προϊόντα στο ίδιο καλάθι
( και σαν ανυποψίαστες οικοκυρές τα κουβαλούμε )
Όταν η πείνα κάποιους θερίζει
( και μετά που φάγαμε εμείς, σιωπούμε )
Όταν μας πουλούν κούφια λόγια και χρυσές κορδέλες
( και τα μασούμε )
Όταν πεθαίνει η άνοιξη
( και αδιαφορούμε )
Όταν πλησιάζει η έρημος
( και τραγουδούμε )
Όταν λιώνουν οι πάγοι
( και γελούμε )

Με ποιου το θράσος αναρωτιόμαστε γιατί τα πράγματα
ήρθαν όπως ήρθαν
και από πάνω να καμωνόμαστε
ότι μας νοιάζει κιόλας

Γράφοντας άρθρα για την κατάντια
της κοινωνίας μας

( Και δήθεν εξοργιζόμαστε
και αγανακτούμε )

Sunday, October 11, 2009

ΑΛΤ




Τελευταία επήα στο εξωτερικό
σε μια σχετικά μιτσιά πόλη

Ενοιωσα τζιαι τζιαμαί ότι νοιώθω σε όποιαν πόλη,
σε όποια χώρα πάω

Ο Σταθμός των λεωφορείων ήταν στον βορρά

Ήμουν σίουρος ότι πίσω που τον Σταθμό
Ετελιώνναν οι δρόμοι

Ότι είσιεν φυλάκια

Ότι απαγορεύετουν να περάσεις

Πως αν δοκιμάσεις να περάσεις μπορεί τζιαι να σκοτωθείς

Έσιει που τον τζαιρόν που εγεννήθηκα
Που νοιώθω τούτον το συναίσθημα

Πως απαγορεύεται να πάεις παρακάτω, στην παρακάτω στράτα

Στο γειτονικό χωρκό
Απέναντι

Εν όπως την σφραγίδα μέσα στην ψυσιήν μας

Πως οι πόλεις έχουν τρεις πάντες,
τζιαι πως οι χώρες εν μοιρασμένες

Τζιαι πως τα χωρκά εν δικά τους τζιαι δικά μας

Ενοιωσα την καρκιάν μου να φακκά δυνατά
αμαν εξεκίνησεν το λεωφορείο να παέννει βόρεια

Εκαρτέρουν που στιγμή σε στιγμή να δω το οδόφραγμα

Να δω στρατιώτες, να δω βαρέλλες στοιβασμένες,
να δω σημαίες, να δω ταπέλλες να γράφουν
ΑΛΤ

Επέρασεν το λεωφορείο

Εν είδα στρατιώτες, εν είδα βαρέλλες στοιβασμένες,
εν είδα σημαίες, εν είδα ταπέλλες να γράφουν
ΑΛΤ

Κάτι εν πάει καλά εσκέφτηκα σε τούντην πόλη
Έκλεισα τα μμάθκια μου

Κάτι εν παει καλά εσκέφτηκα

Μα τούντο συναίσθημαν εν ευχάριστον

Τούτον το συναίσθημαν φαίνεται να εν το σωστόν

Γιατί να μεν ιμπόρω μες την χώρα μου
να πάω οπού θέλω ελεύθερα, γιατί να γεμώννω φόρμες,
γιατί να πρέπει να δείγνω ταυτότητες

Γιατί να έσιει οδοφράγματα, φυλάκια τζιαι σε κάθε στράταν
που την μιαν νάκραν ως την άλλην να έσειει

ΑΛΤ

Πενήντα γρόνια εγίνην μας βίωμα

Όμως πενήντα γρόνια, για πολλούς σαν εμέναν, εν ούλλη μας η ζωή

Ούλλη μας η ζωή !

Πενήντα γρόνια εν πολλά, εσκέφτηκα

Τζαιρός τζείνος ο τοίχος ο κούγκρενος να ππέσει

Να δώκουμεν ούλλοι μας,
ούλλοι οι κυπραίοι που αγαπούμεν τον τόπο μας
μιαν σιερκάν δυνάμενην να ππέσει

Άνοιξα τα μμάθκια μου

Το λεωφορείον επήεννεν ακόμα
Κανένας εν το εσταμάτησεν

Ούτε βαρέλλες, ούτε οδοφράγματα, ούτε ΑΛΤ
είδα, με ομπρός μου με πίσω μου

Κάτι εν πάει καλά εσκέφτηκα

Στον τόπο μου όμως
Τζιαι όϊ δαμαί

Εν καθήκον μας εσκέφτηκα να δώκουμεν
ούλλοι μιαν σιερκάν
Μιαν δυνάμενη σιερκάν

Τζείνος ο τοίχος ο κούγκρενος
πρέπει να ππέσει

Τζιαι να θάψει πουκάτω, μιαν για πάντα

ούλλες τες ταπέλλες με τα
ΑΛΤ


Sunday, June 28, 2009

Το Λαούτο του τζιυρού μου

Το λαούτο του τζιυρού μου εν πάνω στα ψηλά ράφκια
του αρμαρκού μου

Ακόμα, που τον τζιαιρό που επέθανεν, εν ήβρα το θάρρος να το πκιάσω, να το κουρτίσω, τζιαι να δοκιμάσω να παίξω.

Τζειν το λαούτο, ήταν ο σύντροφος του τζιυρού μου.

Σάννα τζιαι εγεννήθηκασιν μαζίν.

Ήταν η συντροφκιά του στες χαρές τζιαι στες λύπες του

Με τζείνον το λαούτο άλλαξεν εκατοστάες νύφφες τζιαι γαμπρούς
Επάντρεψεν αντρόϊνα τζιαι αντρόϊνα.

Τζείνον το λαούτον έδωκεν ψουμίν να ζήσει η φαμίλια.

Αθθυμούμαι μιαν ημέραν που επήα να τον δω, ήταν λλίους μήνες πριν να πεθάνει,

Είπεν μου τες αγωνίες του, τα παράπονα του, γιατί να χαθεί παράωρα ο γιός του,
γιατί να φύει η μάνα μου πρώτη τζιαι να τον αφήκει μόνον του. Είπεν μου για τα γεραθκιά που εν δύσκολα, είπεν μου τζιαι άλλα πολλά.

Πας την κουβέντα άρκεψα τζιαι έκαμνα του τζιαι γιω διάφορες ερωτήσεις.
Για τη νιότην του, για τους παλιούς τζιαιρούς, για το χωρκόν μας, ήντα λοϊς ήταν τζιαι πως εγίνηκεν, πράματα που τον επαίρναν πολλά πίσω στον χρόνο.

Επροχώραν η κουβένταν μας τζιαι έτσι σαν εσυντηχάνναμεν, έπκιασα το λαούτον, τάχα μου να το κουρτίσω. Τάχα μου δεν τα κατάφερνα τζιαι αρώτουν τον τους τόνους.

Φέρτο δα λαλεί μου

Έπκιασεν το. Μήνες ύστερα που έχασεν το γιον του τζιαι το ταίριν του,

Στην αρκήν σαν να εδειλίαν.
Επκιασεν το όπως πκιάννεις κάτι το ιερόν.

Είδεν το καλά καλά, εχαΐδεψεν το, είδα τον που επογιάλωσε,
εκούρτησεν το τζιαι άρκεψεν να παίζει.

Εγίνην πάλαι ένα με το λαούτον του, επήεν γρόνια πίσω

Εχάθηκεν μες το παίξιμον του.

Εδείκλησα που την άλλην να με δει τα δάκρυα μου που ετρέχαν σιωνωτά

Ινταλοϊς εν η ζωή εσκέφτηκα




Το λαούτο του τζιυρού μου εν πάνω στα ψηλά ράφκια
του αρμαρκού μου

Μιαν ημέραν εννα το κατεβάσω τζιαι σαν το κουρτίζω
εννα φωνάξω τον γιόν μου τζιαι θα του πω ιστορίες πολλές.

Για τον παππού του, για την γιαγιά του
για το χωρκό μας τζιαι τους αθρώπους του,
για τον πονεμένον τζιαι τον πληγωμένον τόπο μας

θα του πω πολλά

Νάσιει να λαλεί στο δικόν του γιο
τζιαι τζείνος στον δικόν του

Τούτες εν οι ρίζες μας σε τούτον τον τόπο, γιε μου εννα του πω,

Εν όπως το δενδρόν
Αν τες αφήκουμεν να σαπιθούν
εννα ξεράνει το δεντρόν

Τζιαι τότες που ννάρτει ο τζαιρός, που εννα του παραδώσω το λαούτο

ξέρω πως έννα το αγαπά
Τζιαι πως θα το προσέχει

Τζιαι πως τζιαι για λλόου του, όπως τζιαι σε μέναν τωρά,

εννάν κειμήλιον ιερό.








Sunday, June 14, 2009

Το καλοκαίρι 2

Tο καλοκαίρι θα...

Δίπλα στην θημωνιά
Νερό απ το πηγάδι

Το τζιτζίκι
Το τριζόνι
Ο Γκιώνης

Το καλοκαίρι θα…

Το γιασεμί, γιασεμί μου

Το ξημέρωμα
Το φεγγάρι
Η συκιά

Το καλοκαίρι θα…

Στα βότσαλα στην άμμο
με τον φλοίσβο
και τον γλάρο
Η βαρκούλα του ψαρά
Το νησί
Το περιγιάλι

Το τραπεζάκι
με καρό τραπεζομάντιλο
Ο μεζές
και το ουζάκι

Το καλοκαίρι θα….
Το καλοκαίρι θα….

Αυτό το καλοκαίρι… δεν….

Το άλλο καλοκαίρι ίσως...






Καλό καλοκαίρι

Tuesday, May 26, 2009

Ο πεύκος των φιλικουτουνιών



Τούτος εν ο πεύκος μου

Εφύτεψα τον που τον τζιαιρόν που επαντρέφτηκα τζιαι έκατσα μες στο σπίτι

Στην αρκήν, για κάμποσα χρόνια, ήταν έναν ψώρικον δεντρούϊν
τζιαι ενόμιζα πως εν θα άντεχεν τζιαι πως θα εξεράνισκεν

Άμαν επεράσαν καμμιάν δεκαπενταρκάν χρόνια, ο πεύκος μου,
τζιαμαί που τον εφοούμουν, επήρεν ππερεντέ τζιαι εγίνετουν θηρίον

Τα τελευταία χρόνια εν η αλήθκεια, εδράτζιασεν, εψήλωσεν τζιαι εγίνην ως τζειπάνω τζιεί δεντρόν

Έσιει θκυό τρία χρόνια ήρτασιν κάτι φιλικουτούνια τζιαι εκτίσαν την φουλιάν τους πας
τον πεύκον μου.

Παρακολουθώ τα.
Όπου τζιαν παν, όπου τζιαν γυρίζουν, στρέφουνται να τζιοιμηθούν
μες την φουλιάν τους

Εγεννήσασιν κανένα θκυο φορές τζιαι εξηπουλιάσασιν τα αυκά τους μες τζείνην την
φουλιάν

Κάποτε που το σκέφτουμαι λαλώ πως έσιει τζιαι άλλους που λαλούν τον πεύκον
«ο πεύκος μου» τζιαι πως μπορεί τζιαι να τον αγαπούν περίτου τζιαι που εμέναν

Εσκέφτηκα το πολλές φορές τζιαι είπα πουμέσα μου.

«Εγιώ έχω σπίτι. Ζιώ μέσα με την οικογένειαν μου. Ο πεύκος κάμνει μου οσσιόν μες την αυλή μου τζιαι δροσίζει μου το σπίτιν. Ίντα τα θέλω τα πολλά ».

Που τα τωρά τζιαι να πάει επήρα το απόφασην.
Εν θα λαλώ ‘Ο πεύκος μου’ έννα λαλώ ‘Ο πεύκος των φιλικουτουνιών’

Έτσι που τα θωρώ τζιαι πάσιν τζιαι έρκουνται τζιαι ακούω τα που κουρκουρίζουν
κάμνουν την καρκιάν μου να αννοίει φύλλα - φύλλα

Αν ήταν τρόπος ήταν να τους τον κοτσιανιάσω



Sunday, April 26, 2009

πέντε πουλιά


Πέντε πουλιά πέταξαν

Πέντε πουλιά

Ο κυνηγός χάιδεψε το τόξο του και τρόχισε το βέλος του

Ο ποιητής άδραξε το μολύβι του κι’ άπλωσε το χαρτί του

Ο αετός μύρισε τα νύχια του κι ακόνισε το ράμφος του

Το παιδί πιάστηκε στα φτερά τους και πέταξε μαζί τους

Πέντε πουλιά πέταξαν

Πέντε πουλιά

Μοίρασαν σε όλους μας ελπίδες

Κι’ ύστερα χάθηκαν πέρα απ΄ τον ορίζοντα

Πήραν μαζί τους τα όνειρα μας

Παραμείναμε από τότε να κοιτάζουμε τον ουρανό ακίνητοι

Σαν σκιάχτρα αμίλητα

Προσμένοντας

Πέντε πουλιά

Να χτίσουν τις φωλιές τους

Στην αχυρένια μας καρδιά


Friday, April 03, 2009

Στην ταπεινή την όχθη



Οι παπαρούνες
οι σεμνές μαργαρίτες
οι πέτρες
το λίγο νερό
Όλα σε φόντο πράσινο

Ο Εσπερινός
Η καμπάνα που κτυπά
το ατέλειωτο παιγνίδι
ο ήχος της σιωπής
Η αναμονή της Ανάστασης
οι ψαλμωδίες ( χωρίς μικροφωνικές )
τα αθασούθκια
οι λαλλέδες
οι μπάγκαλλοι
Το ολοκάθαρο δροσερό νερό του ποταμού
η Ανάσταση
Καλό - καλό- καλό Πάσχα
( Πότε ήταν αλήθεια Χριστούγεννα ?
Ο χρόνος πετά ή μου φαίνεται )
Ο χρόνος
ο Κρόνος

Saturday, March 14, 2009

Γυρνώ τις ώρες

Γύρνα τις ώρες που χάθηκαν απόψε
κοίτα που φεύγεις πως κλαίει το δειλινό

Kάπου νυχτώνει κι ο ήλιος παγώνει
χάνεται ο δρόμος και πού να σταθώ
Κάπου βραδιάζει, μην κλαις, δεν πειράζει
πες πως τελειώνει ο κόσμος εδώ

Aγέρας παίρνει απόψε την ζωή μου
κλείνω τα μάτια που φεύγεις να μην δω

Αφορμή για το σημερινό ποστ είναι το email του φίλου μου του dreamwalker
με το πιο πάνω τραγούδι σε mp3. Το τραγουδά με πολύ ευαίσθητο τρόπο ο Μανόλης Φάμελλος. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το ανεβάσω.

« Γυρνώ τις ώρες »

Κάποτε, 1972, 73

Κάπου , σε ένα μικρό καφενείο - ταβερνάκι

Γεμάτος όνειρα για τη ζωή που ήταν μπροστά

Το juke box με μισό σελίνι, να παίζει αυτό το τραγούδι

Και να κεντά το μουσικό πουλόβερ
που θα ντύσει ζεστά στη συνέχεια
μουσικά την ψυχή μου

Μισό σελίνι και η φίσια στο ποδοσφαιράκι
μισό και στο φλίππερ

Τότε που ζούσε ακόμα ο θείος Σωκράτης
και έψηνε τον καφέ
πάντα με μπόλικο καïμάκι

Ένα τριαντάφυλλο, μια λεμονάδα,
ένα πακέτο τσιγάρα στο αλουμινένιο δίσκο
για να τα πάρω στο διπλανό τραπέζι

«Κάπου βραδιάζει
Μην κλαις δεν πειράζει»

Ελπίδα στην φτώχια,
ύστερα βάλσαμο στον βαρύ τον πόνο
που ήταν της μοίρας να ρθει

Ή που τον φέραμε

Νέα λέξη: ‘πραξικόπημα’

Τι να σημαίνει άραγε
Γιατί να είναι εκείνοι και εμείς
Αφού πάντα όλοι είμαστε εμείς

Ύστερα η λέξη ‘πόλεμος’,
Μέχρι τότε παράπεμπε σε ταινίες
του διπλανού σινεμά και μόνο

Αργότερα,

Τα αεροπλάνα που έσχιζαν τον καλοκαιριάτικο
ανυποψίαστο ουρανό της Κύπρου

«Πως κλαίει το δειλινό»

«Κάπου νυκτώνει»

Οι λάμψεις στον Πενταδάκτυλο

«Κλείνω τα μάτια»

σε 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, ακολουθούσε η υπόκωφη έκρηξη

Οι ριπές
Οι χαμοί

Τα πολεμικά ανακοινωθέντα
το αθώο αίμα, που χυνόταν ζεστό στο χώμα

Οι ανακοινώσεις για ανάγκες των νοσοκομείων σε αίμα

Το πτώμα του ξαφνιασμένου φαντάρου
στο σκονισμένο πάτωμα του λαντρόβερ


Ο Μπαïράκ, οι ειδήσεις, ο τρόμος,

«Ο ήλιος παγώνει»

Ύστερα,

Το Βαρώσι η Κερύνεια η Μόρφου, οι πρόσφυγες
Με ότι είχαν και δεν είχαν
όλα στοιβαγμένα σε ένα βαν

« Χάνετε ο δρόμος και που να σταθώ »

Ο βομβαρδισμός,
στα περιβόλια με τις πορτοκαλιές
και στα ποτισμένα τριφύλλια,
μια ανάσα πιο πέρα
Κρατημένες οι ανάσες σε κάθε νέα
βύθιση των αεροπλάνων
«Ο κόσμος τελειώνει εδώ»

Τα αδέλφια μου στην κατάταξη, στις μάχες

Οι τρομοκρατημένοι γονιοί

«Κλείνω τα μάτια που φεύγεις να μην δω»

Ύστερα οι σκοτωμένοι, οι αγνοούμενοι, οι αιχμάλωτοι,

Οι ήρωες


«Κάπου νυκτώνει»

Ο ζεστός καφές, το juke box, το μισό σελίνι,

Η μισή πατρίδα, το ζεστό αίμα

Κι, όμως

Λίγο πριν,
το διπλανό σινεμά
έφτιαχνε ορίζοντες,

Υποσχόταν μια ζωή σινεμασκόπ

«Γυρνώ τις ώρες»

Δεν κράτησε το λόγο του το σινεμά, σκέφτομαι
Ή μήπως τον κράτησε,

Οι μαυρόασπρες αναμνήσεις μπλέκονται
με τα έντονα χρώματα της νέας μου LCD
τηλεόρασης
και της ανανεωμένης πόλης μου
Γίνονται συνοθήλευμα

Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, σκέφτομαι

Η ζωή μου που βραδιάζει ?
Ο κόσμος που τελειώνει ?
Ο ήλιος που παγώνει ?


Γυρνώ τις ώρες,

Γεμάτος αναμνήσεις για τα χρόνια που πέρασαν

«Αγέρας παίρνει απόψε τη ζωή μου»

Παίρνει τη θύμηση μου στα παλιά
που φαντάζουν τόσο μακρινά
και τόσο κοντινά ταυτόχρονα

«Μην κλαις δεν πειράζει»


υποβάλλει ο Κουγιουμτζης

Υπακούω

Δεν κλαίω

Μόνο θυμάμαι



Sunday, January 18, 2009

Το ποτάμι μας



Θυμάσαι τον μικρό μας φράκτη

Γράψανε πάνω «ελευθερία»
Mε αίμα

Ύστερα γράψανε «ψωμί»
με τον ιδρώτα τους

Τα χρόνια πέρασαν

Έφτιαξαν με γκράφιτι
σύμβολα περίεργα, τρομακτικά

Ύστερα κόλλησαν διαφημιστικές αφίσες

Πάνω από τις αφίσες
κάποιος έγραψε

«φοβάμαι μόνος»

Ύστερα το οικόπεδο
πουλήθηκε για ανάπτυξη

Ένα κίτρινο θηρίο μουγκρίζοντας
έριξε κάτω
τον μικρό μας φράκτη

Το φορτηγό που μετάφερε
τις παρδαλές του πέτρες
μπάζωσε άστοργα
το ποτάμι μας

Εκεί που παίζαμε πιτσιρικάδες

Τώρα δεν έχουμε χώρο αρκετό
για κανένα παιγνίδι

Ούτε χρόνο
Μας πρόδωσε πισώπλατα

Οι μασκαρεμένες πέτρες
Ποιος το περίμενε
Εκείνες

Έφραξαν μια για πάντα
Τα όνειρά μας

Wednesday, December 10, 2008

Οι μέλισσες





Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες
πόσα λουλούδια θα μείνουν
ορφανά

Πόσα πέταλα
θα μείνουν αφίλητα

Πόσοι μίσχοι
θα πετρώσουν

Πόσοι καρποί
θα μείνουν στείροι

Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες
πόσες αναμνήσεις θα είναι
για πάντα πικρές
κι΄ ανέλπιδες

Πόσα αδέσποτα όνειρα
θα σβήσουν σαν την φλόγα στο στερνό κερί
όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες

Πόσο υπόκωφη θα γίνει η μουσική

Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες

σ΄ ένα γκριζόμαυρο, τυφλό ουρανό
χωρίς φτερούγισμα πουλιών
πόσοι βόμβοι θα σωπάσουν
σε μια μάταιη άνοιξη

Όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες
πόσα ποτάμια θα χάσουν το δρόμο τους
πόσες λίμνες θα βαλτώσουν
πόσες θάλασσες θα

βαπτιστούν νεκρές

Πόσα ποιήματα θα ακυρωθούν

όταν θα πεθάνουν οι μέλισσες


Saturday, October 25, 2008

Δένδρα νεκρά

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν

τραβήχτηκαν στις 25 Οκτωβρίου 2008
στην περιοχή Λυμπιών Κόσιης και στην περιοχή Κόρνου.




Δέτε τζιαι κρίνετε






Τα πεφκαρούθκια


Οι αντένες που εν λείπουν



Η τερατσιά



Κοντά στες στράτες για να τα θωρούμεν

πέρκι συνετιστούμεν


Τζιαι μιτσιά τζιαι μιάλα



Τζι' αρφούθκια



Δίδυμα




Πεθανίσκουσιν στέκοντα



Στέκουνται περήφανα ως το τέλος


Το τέλος που εμείς εσχεδιάσαμε για λλόου τους


Τζιαι που βρίσκουμεν σιήλιες δικαιολογίες


πως εν ιμπορεί ναι γινεί αλλοσπώς


Είμαστεν άξιοι της τύχης μας




Ότι πάθουμεν που δαμαί τζιαι δα


εν χάκκι μας


Έρχεται η Έρημος

Wednesday, October 01, 2008

Saturday, August 30, 2008

Αναμνήσεις από την Πάφο

Οι παπουτσοσυκάνθρωποι
βαδίζουν και παραμιλούν
και μας χαιρετούν
Εν έσιει σιειρόττερην ενόχληση που
τ' αγκαθθούθκια του παπουτσόσυκου
πάνω στα δακτύλια.
Τζι' όμως,
Αν δεν καθαρίσω παπουτσόσυκα
δίχως σιερώσια ( γάντια )
στα τέλη του Ιούλη, αρκές τ' Αούστου
εν καταλάβω καλοτζιαίριν
Άϊστο ελλίανεν τζιαι το φως μου
τζιαι εν τα θωρώ τα αφιλότιμα
να τα φκάλω έτσι μιτσικουρούθκια που ένουσιν.
Παπουτσοσυτζιές σας αντισιερετώ
Τζιαι ευκαριστώ για την δροσιάν
που μας δκιάτε μες το μεσοκαλότζιαιρον
με τους καρπούς σας
( αννέν τζιαι παομένοι, κόμα καλλύττερα )

Σιερετώ τζιαι σας τους φίλους μου,
που βουρούμε μέρα τζιαι νύκτα
πά στες κλωστές της ίδιας αζγαγιάς
όπως τες ρόβες της κουφής
( όπως τες αράχνες δηλαδή )
Καλό φθινοπωροσιείμωνο
τζιαι πέρκι βρέξει φέτη


Saturday, July 12, 2008

Λειψυδρία


Θα έγραφα !

«Φοβού τους υπό σου ευεργετηθέντες»

και να αρχίσω να λέω και να λέω μέχρι να πείσω ότι
η ρήση είναι σωστή και αυτοί που την συνέταξαν
«ενηστεύκασιν 40 μέρες τζιαι σαράντα νύκτες»
και ότι εφαρμόζει πλήρως και μπλα – μπλα
και μπλά - μπλα.

Στο τέλος το αποτέλεσμα θα φαινόταν μοιρολατρικό

Σκέφτομαι ότι οι υπό εμού ευεργετηθέντες δεν μου χρωστούν τίποτε

Εξάλλου δεν τα πάω καλά με τις αγοροπωλησίες, ιδίως με αυτές που αφήνουν κέρδος
( σε μένα ) και ζημιές ?? ( στους άλλους )

Και αν πρέπει να τους φοβάμαι με γεια ( μου ) τους με χαρά ( μου ) τους

Τώρα θα μου πείτε τι σε έπιασε πρωί – πρωί

Είπα να πω αυτό που νιώθω σήμερα πρώι - πρωί

Όλο και περισσότερο σκέφτομαι ότι οι προδιαγραφές μου
( και πολλών άλλων ) δεν έχουν εφαρμογή
σ’ αυτούς τους καιρούς.
της λειψυδρίας

" Δεν είναι μόνο το νερό που μας λείπει.

Μας λείπει η ελπίδα και η προοπτική

Το μέλλον μας, φαντάζει αβέβαιο

Απλώνουμε τα χέρια και ψάχνουμε στα τυφλά
σ’ ένα πέπλο ομίχλης
( ή καλύτερα σ’ ένα πέπλο μολυσμένου καπνού )

Ο τρόμος μας συγχύζει

Δεχόμαστε βομβαρδισμούς
από μαϊμού συχνότητες

Όπως στην Βαβέλ
Eκεί ψηλά που βγήκαμε
( ή που νομίζουμε ότι βγήκαμε )
το μυαλό μας θολώνει
από έλλειψη οξυγόνου

Σιγά - σιγά ακούμε μόνο
τι λέμε εμείς
σε εμάς

Εγώ
σε μένα

Δεν είναι μόνο το νερό που μας λείπει

Είναι και οι ορίζοντες θολοί"







Saturday, April 05, 2008

Ο Αρφός μου




Ο Αρφός μου εν ένας καλός ήσυχος άθρωπος,
οικογενειάρχης, φτωχός μεροκαμαθκιάρης
με τρία κοπελλούθκια.

Είδα τον ένα δείλις μετά που κάμποσες ημέρες
τζιαι αφού είπαμεν τα καθημερινά, ήρτεν η
κουβέντα στο νερό που λλιανείσκει τζιαι λαλεί μου:

"Εγιώ εν τζιαι σκέφτουμαι τα πλάσματα.

Τα πλάσματα έχουν νουν, εννάβρουν τρόπο.

Σκέφτουμαι τζείνα τα πουλιά.
Ίνταλος έννα ξιδιψούν,
κόμα το καλοτζιαίριν εν εμπήκεν

Θωρώ τζειν τα σιελιόνια που εν ιβρίσκουν πηλόν να κάμουν την φουλιάν τους,
ξέρεις ίντα τα λυπούμαι; " .

Έλάλεν μου τα τζιαι επογιάλλωννεν

Που το πρωϊν ως τζιην την ώραν, εσύντηχα με πολλούς

Άλλοι ελαλούσαν μου για τα χωράφκια τους
πόσα αξίζουσιν τωρά που ακρίβωσεν η γη
( σάμπου τζιαι η γη ανήκει σε κανέναν,
εν ισπιάζουμεν πως εν εμείς που ανήκουμεν σε τζείνην )

Άλλοι για τες πισίνες τους, Ίνταλος να τες γεμώννουν
τωρά που έν έσιει νερόν

Άλλοι για τες μετοχές τους,
έννα ψηλώσουν για έννα χαμηλώσουν

Ούλλοι τους είχαν έγνοιες

Θαρκούμαι όμως πως η έγνοια του αρφού μου

Ήταν η πιο αδρωπινή

Sunday, March 23, 2008

Οδός Λήδρας

Λέξεις που πονούν και το Βάλσαμο

Πράσινη Γραμμή

Νεκρή Ζώνη

Αδιέξοδη οδός Λήδρας

Οδοφράγματα

Είναι ο καιρός

Να σβηστεί η Πράσινη Γραμμή

Να πεθάνει η Νεκρή Ζώνη

Να ανοίξει η αδιέξοδη Λήδρας

Να ξηλωθούν τα οδοφράγματα

Ο τόπος είναι ένας

Ο τόπος να επανενωθεί

Τότε οι λέξεις δεν θα πονούν

Θα γίνουν βάλσαμο

Σε μια εγκάρσια πληγή που θα αρχίσει να κλείνει

Κερύνεια, Πάφος, Αμμόχωστος, Λεμεσός, Μόρφου, Λάρνακα

Λευκωσία, Λευκωσία

Κύπρος, Κύπρος, Κύπρος

21 Μαρτίου 2008

Άνοιξη στη Λήδρας

Άνοιξη στην Ενωμένη Κύπρο

Στις καρδιές

Άνοιξη