Friday, January 24, 2014


Προς φίλους, και ομοιοπαθείς 
 
 
 

Φθινοπωρινή ερώτηση 

( μεσοχείμωνα ) 

 
Τώρα που φθίνουν τα οπώρα
πως θα επιβιώσει η χώρα ?
 
Μόνο όποιος βρει την λύση
ας  μιλήσει
 
Αλλιώς ας σωπάσει
αδιάφορο κι αν σκάσει
 
Γιατί μπουχτήσαμε από λόγια
στα Μ. Μ. Ε.  και στα ιστολόγια
 
Με τα λόγια ποτέ δεν χορταίνεις
κι ούτε για λίγο καιρό ξαποσταίνεις
μήτε προς τη δόξα τραβάς
 
Μόνο άνεργος μένεις
και πεινάεις, πεινάεις πεινάς
 
Κάποτε που ήτο Έαρ
την αράζαμε με «ωχ αδελφέ»
και με «Who care (s)»
 
Κι ‘ ύστερα σαν μπήκε Θέρος
μας ετύφλωσε κι ο έρως
 
Γίναμε τζιτζίκια όλοι
με φραπέ και αραξοβόλι
 
Των εχθρών μας τα φουσάτα
τα συγχύσαμε με BRADA
 
Ήρθε και έφυγε ο τρικέφαλος λίβας
κι αναστάτωσε την άγια, τη μακαρία  τη γη μας
 
Και μια νύχτα με την ψιλή μας κουρέψαν
και ότι απόμεινε στην πάντα κι αυτό μας το κλέψαν
 
Και καήκαν τα σπαρτά μας
Επτωχεύσανε οι πόλεις  και πεινάσαν τα χωριά μας
 
Κι οϊμέ ήρθε παγωμένος σκληρός ο χειμών
και το μαύρο το σκότος στους οίκους ημών
 
Και αφού η βλακεία μας ποτέ δεν πεθαίνει
Ψιλό γαζί μας δουλεύουν ακόμα  οι ξένοι
 
Και όταν μας πάρουν και αέριο και σπίτι
θα μας μείνει μονάχα γυμνή η Αφροδίτη
 
Και στο ύπαιθρο πλέον δυστυχείς απλωμένοι  
αν δεν μας φάν τα θεριά
 
Στοίχημα ένα προς δέκα
 
θα ξανάρθει ανδρειωμένη
 
η γλυκιά λευτεριά.



Αφού ήρτεν που ήρτεν
Είπα να το μοιραστώ

 
  

 

 

Thursday, March 28, 2013

Η συνταγή του πόνου

Αντί Ελλάδα βάρτε Κύπρο και όπου Αμερική προσθέστε Ευρώπη ( Αν επιθυμείτε να είσαστε πιο συγκεκριμένοι βάρτε Γερμανία ). Η συνταγή ποτέ δεν αστοχεί. Πάντα φέρνει ανθρώπινη δυστυχία και πόνο. 


   

Friday, December 21, 2012


Παρωδία
( για το τέλος του κόσμου )


Περιμένοντας τους Βαρβάρους
-Τι περιμένουμε στο ίντερνετ σκυμμένοι;

Θα σβήσει η γη, 21 του Δεκέμβρη 2012 σήμερα
-Γιατί στo κοινοβούλιο τόση αμηχανία;
Τι κάθονται οι βουλευτές  με τα κεφάλια κάτω;
-Γιατί έχουμε 21 κι’ η γη θα σβήσει σήμερα
Τι φόρους νέους τι άλλα τέλη να ψηφίσουν; 
Αφού  ο αστεροειδής όλη τη γη θα κάψει
-Γιατί ο πρόεδρος μας τόσο πρωί σηκώθη
και πήγε άξαφνα επίσκεψη στο αστεροσκοπείο
 Γιατί κοιτάζει όλο ψηλά και το κεφάλι ξίνει
-Γιατί έχουμε 21 κι’ η γη θα σβήσει σήμερα
Κι ο πρόεδρος πρώτος θέλει να δει
τον αστεροειδή να πέφτει. Ίσως την όψη του
τη δει και ξεστρατήσει.  ( Το πιο πολλή
ας πάρει στο άπειρο όσους μπορεί αντιπάλους )
-Γιατί τον ακολούθησαν εκεί οι αυλικοί του
με κρεμασμένα κιάλια στο λαιμό τους
κι από ένα σταυρό κρατώντας στο δεξί τους
Έχοντας μια Γραφή στην τσέπη τους Αγία.
Γιατί να πάρουν σήμερα χαρτοφυλάκια
Και λίστες για διορισμούς έκτακτων υπαλλήλων;
Γιατί έχουμε 21 κι’ η γη θα σβήσει σήμερα
Και τέτοια πράγματα πώς θα βοηθήσουν;
-Γιατί οι λαλίστατοι των ΜΜΕ έχασαν τη φωνή τους τώρα
Και τίποτα δεν λένε εκεί που όλα τα ξέραν;
Γιατί έχουμε 21 κι’ η γη θα σβήσει σήμερα,
σημασία πια δεν έχουν οι εξυπνάδες
- Γιατί να αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία;
κ’ η υστερία  ( Τα πρόσωπα πώς κιτρινίσαν )     
Γιατί φεύγουνε όλοι άρον - άρον 
Τα χρέη τους λογίζομαι πάλι πως θυμηθήκαν;
Γιατί είναι απόγευμα κι’ ο αστεροειδής δεν ήρθε
άλλοι είπανε πως πέρασε ξυστά
Κι’ άλλοι πως δεν υπάρχει
Και τώρα τι θα γένουμε που ζούμε ακόμα
Η 21η του μηνός ήταν μια κάποια λύσις
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης   
Kkai - Lee Π.ως τα Γράφεις   


Saturday, December 10, 2011

Μες την αγέλη


Αφιερωμένο στους οίκους
και στους παραοίκους


Μες την αγέλη

Συναγελαστήκαμε κι απόψε
Ονειρευτήκαμε ταυτόσημα όνειρα
γεμάτα με τρυφερά κατσίκια

Ουρλιάξαμε και απόψε με copy paste ουρλιαχτά
κοιτάζοντας το χαμένο στην νύκτα φεγγάρι
γκρίζο και καταδικασμένο 
να επιχειρεί salto mortale 
στην φλεγόμενη πόλη 

Σαν νέοι Νέρωνες
καταφέραμε κι απόψε
να παγώσουμε αίματα

Αύριο η μέρα θάναι και πάλι δική μας

Σε μια έσχατη σκέψη,

συμφωνήσαμε με τη συνείδηση μας

Είμαστε λύκοι

Saturday, August 06, 2011

Μια πεταλούδα πέταξε


Μια πεταλούδα πέταξε


Για λίγο μόνο



Κάποια στιγμή

άθελα της, μας παρέσυρε


Πετάξαμε για λίγο μαζί της


Από ψηλά είδαμε κήπους πολύχρωμους


Πουλιά που κελαηδούσαν
Ποτάμια με ολοκάθαρα νερά να τρέχουν

Παιδιά να παίζουν.


Αυτός ο κόσμος είναι ο δικός μου, είπε,

μα και δικός σας

Στο δρόμο ήρθε η βροχή,


της τσαλάκωσε τα φτερά


Πόνεσε

Πόνεσε πολύ


Ποτέ δεν παραπονέθηκε



Ενώ θα έπρεπε


Μόνο συνέχιζε να πετά



Αυτός ο κόσμος έλεγε είναι ο δικός μου,


μα και δικός σας


Κάποια στιγμή


Την εγκατέλειψαν οι δυνάμεις
Έγειρε απαλά, αθόρυβα στο χώμα



Κείνη την ώρα, μια άλλη πεταλούδα, άυλη,

πέταξε από μέσα της


Για μερικές στιγμές γονατίσαμε στο φρέσκο χώμα

και την ακουμπήσαμε


Αποχαιρετώντας την,

πήραμε όση δύναμη είχε απομείνει


Ξεχείλισε η ψυχή μας


Στο δρόμο της επιστροφής,

ήταν πια νύχτα


Κοιτάξαμε κάτω,


Πολύχρωμα φώτα αναβόσβηναν γλυκά


Ακούγονταν μουσικές, τραγούδια,

φωνές παιδιών

Αντανακλούσε το φως του φεγγαριού

στο πράσινο ποτάμι,


Ο απόηχος, ταξίδευε τα λόγια της


Κτυπούσαν παιχνιδιάρικα

Στους ασπρισμένους τοίχους των σπιτιών

της πόλης των ονείρων της


Τρύπωναν στα παράθυρα

στις ανοικτές τις πόρτες


Κάθονταν σαν άσπρα περιστέρια

στα ακροκέραμα,

στα γείσα,


«Αυτός είναι ο κόσμος μου
μα και δικός σας»
«Αυτός είναι ο κόσμος μου

μα και δικός σας»


Σε λίγο θα ξημερώσει και οι κήποι θα είναι εκεί


Τα σπίτια θα είναι εκεί, τα παιδιά, τα πουλιά,

η ελπίδα,


Όλα θα είναι εκεί


Μια πεταλούδα πέταξε

για τόσο λίγο


Και μας παρέσυρε

σε κόσμο όμορφο


Το δικό της





Για την Ελένη,

που έφυγε νωρίς.

Friday, May 27, 2011

Η άλλη μαντίλα







Εθαύμασα τες


Την πρώτη είδα την την Κυριακή στες εκλογές।


Επήεν να ψηφίσει.


Εν εθεώρησε δικαιολογία την μαντίλα της για να μεν πάει.


Εθεώρησε ότι η ψήφος εν σημαντική για μιαν καλλύττερη κοινωνία.



Την δεύτερη είδα την Τετάρτη στην επιχερηση της. Το ίδιο ενθουσιωδη όπως πριν, που δεν επαίρναν καν που το μυαλό της τούτο το ζήτημα.



Την Τρίτη είδα την Πέμπτη την νύκτα να αναλύει με σθένος ένα εξειδικευμένο θέμα, για την οργάνωση της ανάπτυξης, μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο.


Τζιαι τες τρείς με τες μαντίλες τους.


Να επιμένουν για έναν καλλύττερο αύριο για τα παιθκιά τους τζιαι για τον κόσμο



Εθαύμασα τες



Το ζήτημα της άλλης μαντίλας, χρειάζεται να το φιλοσοφήσουμε γιατί θα καταλάβουμε πολλές αλήθκιες της ζωής.














Friday, April 29, 2011

Θα πουλήσω το ρολόϊ





"Θα πουλήσω το ρολόϊ
και θα πάρω κομπολόϊ
να μετράω τους καημούς
και τους αναστεναγμούς"

Γιατί ?

Επειδή, αντί για ξυπνητήρι με κουδούνι
ή ξυπνητήρι με πιιιι - πιιιι
έχω ράδιο - ξυπνητήρι.


Ως αποτέλεσμα ξυπνώ πολλές φορές με κανένα
ευχάριστο τραούδι

Τες παραπάνω όμως φορές
ακούω έναν τύπο ( όνομα και μη χωριό ) να φωνάζει ούλλο νεύρα, να του φταίουν ούλλοι τζιαι ούλλα,


Κυριολεκτικά να φκάλλει αφρούς που το στόμα


Tζιαι η δημοσιογραφίνα να του σύρνει σπόντες
τζιαι τζιείνος παραπάνω να παίρνει φωθκιά


Τζιαι άμαν τα πεί ο τύπος
τζιαι τελειώσει
( εν ξυθυμανίσκει ποττέ του ),
μπαίννουν άλλοι στη συζήτηση
τζιαι λαλούν τα δικά τους

Άλλοι με νεύρα ( όϊ σαν τα δικά του, τα δικά του δεν συγκρίνονται )
τζιαι άλλοι πιο ήπια

Αριθμημένη  λίστα


Τζιαι η δημοσιογραφίνα να συνεχίζει απτόητη να σύρνει λάδι στην φωθκιά

Εν έσιει σιειρόττερο πράμα
να ξυπνάς γαλήνια τζιαι πριν καλά - καλά
να αννοίξεις τα μμάθκια σου
να ακούεις τον τύπο να φωνάζει ούλλον νεύρα.


Πώς θα πάει η μέρα σου καλά?

Τζιαι εν κανεί τούτο.

Να τελιώννει ο τύπος τζιαι πριν πεις Δόξασοι ο Θεός, να αρκεύκουν οι διαφημήσεις,


Τζιαι να σου μπίουν μέσα στον εγκέφαλο
να γοράσεις το έναν τζιαι το άλλον
αρνάκι φτηνό, χοιρινό τόσα ευρώ, ρύζι, ζάχαρις,
σαπούνια, ρολά, τόσα σεντ, τζιαι έναν συν έναν δωρεάν τζιαι οι τιμές εν τιμές ευκαιρίας, τωρά που εν Πάσκα, που εν Χριστούγεννα που εν Φώτα που εν καρναβάλια, που εν σήκωσες, που εν αρκή του μήνα που εν τέλος του μήνα, που εν νηστείες, που έννεν νηστείες, που ανοίξαν τα σκολεία, που εκλείσαν τα σκολεία τζιαι να μεν έσιει τελειωμόν


Μα που το πρωϊ ξημέρωμα σιορ?


Εν κρίμα ο κόσμος

ΕΛΕΟΣ - ΕΛΕΟΣ πκιον

Έτσι τζιαι εγιώ αποφάσισα το

Θα πουλήσω το ρολόϊ
τζιαι θα πάρω κομπολόϊ









Στο κάτω – κάτω,


( Αφού τελικά ούλλα εκαταντήσαν θέμα αγοράς τζιαι πούλησης ),


θα είμαι τζιαι εγιώ χρήσιμος στην κοινωνία,




τζιαι στο σύστημα



Έσιει κανέναν μουσhτερή ( πελάτη ) για το ρολόϊ ?
















Sunday, February 13, 2011

Έχουμεν ακόμα ελπίδες


Γυρίζει θυμωτά ( με θυμό ) τζιαι λαλεί μου,


( Ήταν μια κορούα ( κοριτσάκι ) 4, 5 χρονών )



Κύριε, Μεν πατάς τα χόρτα, εν με τούτα που ταΐζω

τη σιελονούα μου. ( χελωνίτσα )


Εκοίταξα χαμαί τζιαι είδα ότι δίπλα που τα χόρτα είσιεν νησούθκια

( νησάκια ) που χώμα


Επροσπάθησα τζιαι επάτησα πάνω σε τζείνα τα νησούθκια


¨Συγνώμην¨ είπα,


¨Εν το ήξερα¨ , εδικαιλολογήθηκα


¨Χα¨ είπεν μου


Πάλαι θυμωτά.


Εχάρηκα το.


Ίσως έχουμεν ακόμα ελπίδες


Εσκέφτηκα.

Παρεμπιτόντως


" Ήρτεν η άνοιξη "
( ( Να ) ακόμα μια ένδειξη ).

Thursday, January 27, 2011

Το λιοτρόπι



Τόλμησε το μοναχικό λιοτρόπι

Γύρισε το βλέμμα από την άλλη


Αμφισβήτησε τον ίδιο τον ήλιο, το Θεό του


Μέτρησε τα πάθη του. Παραήταν πολλά να τα αντέξει


Έφτυσε στο χώμα με σιχασιά

Έβρισε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του

Τόλμησε το μοναχικό λιοτρόπι

Γύρισε το βλέμμα από την άλλη


Εκείνος ήταν πολύ μικρός για να αντέξει την προσβολή

έστειλε τις ακτίνες του και του έκαψε το μίσχο


Τα άλλα λιοτρόπια έβοσκαν φως

αμέριμνα στο κίτρινο λιβάδι


Γονατισμένα μπρος στο μεγάλο τους αφέντη

ακολουθώντας ευλαβικά την τροχιά του

εξαγόραζαν τη σωτηρία τους


Ούτε και τώρα άκουσαν το βογκητό

του αδελφού τους καθώς μόνος ξεψύχαγε


Όπως μόνος έζησε


καταμεσής στο κίτρινο λιβάδι





Friday, December 17, 2010

Καλά Χριστούγεννα



Πάνω στο τραπέζι ( ταμπλώ του πινγκ-πονγκ ) στον καφενέ – σύλλογο, είσιεν απλωμένα διάφορα παιχνίθκια τζιαι άλλα αντικείμενα.


Μολύφκια, πέννες, κουτσακοτήρκα ( μανταλάκια ) φούσκες, ,( μπαλόνια ), αυτοκινητούθκια, κατσαμπούνες, ( ??? ) κούκλες, πισκόττα, σιοκκολάτες τζιαι διάφορα άλλα πράματα της εποχής.


Είσιεν τζιαι έναν τρενουί ( τρενάκι ) που ήταν το μεγάλο δώρο. Ομπρός ( μπροστά ) που ούλλα τα παιχνίθκια είσιεν τζιαι έναν νούμερο.


Μπροστά που το τρενούιν το νούμερο ήταν το 18.


Το τρενούιν ήταν σκουρόχρωμο, τζιαι εκινήτουν με τες παταρίες, μεγάλη υπόθεση για την τότε εποχή, τζιαι σε κάθε λλίην απόσταση εσφύραν ( ουουου – οουουου ).


Εμαγεύτηκα.


Άρκεψα τζιαι παρακάλουν τον Θεό πέρκει ( μακάρι ) να είμαι εγιώ ο τυχερός που θα το κερδίσει.


Εγοράζαν ούλλοι λαχνούς ( μισό σελίνι τον ένα ). Επκιάνναν τον λαχνόν τους που το σακκουλλούιν τζιαι οι υπεύθυνοι του συλλόγου εδειούσαν τους το δώρον που εκερδίζαν.


Εγώ ήμουν μονοδείκλητος πάνω στο τρενούιν.


Τίποτε άλλον δεν θα με έκαμνεν ευτυχισμένον.


Ετραβήσαν τον λαχνόν τους πάνω που τους μισούς τζιαι κανένας τους εν εκέρτισεν το τρενούι.


Είχα ελπίδες.


Ετράβησα τζιαι εγιώ έναν αριθμό τζιαι το θαύμα εγίνηκεν.


Ήταν το 18.


Αμέσως εγίνηκα το πρόσωπο τζείνων των Χριστουγέννων . Μα εμέναν έν με ένοιαζεν. Ήμουν ευτχισμένος που εγίνηκεν δικό μου το τρενούι.


Έφυα τζιαι επήα στο σπίτι μου τζιαι άρκεψα να παίζω. Έπαιζα, έπαιζα ώσπου τζιαι ελείψαν οι παταρίες.


Αθθυμούμαι ότι έππεσα την νύκτα στο κρεβάτι τζιαι εν ετζοιημούμουν που την αγωνία μου να ξημερώσει για να ξαναπαίξω με το τρενούιν μου, που ήταν σταθμευμένο δίπλα που το μαουλούτζιην ( μαξιλάρι ) μου.


Τόσον ακριβά ήταν τα δώρα πριν 45 χρόνια τζιαι τόσο δυσεύρετα.


Καμιάν φοράν έπρεπε να το κερδίσεις το δώρο για να το αποκτήσεις, γιατί να το γοράσεις ήταν αδύνατο.


Ήταν που τα καλά μου τα Χριστούγεννα.


Θθυμούμαι τα ακόμα με αγάπη τζιαι νοσταλγία


Εύχομαι σε ούλλους Καλά Χριστούγεννα τζιαι να αποκτήσει ο καθένας τζείνο που επιθυμεί.


Sunday, October 17, 2010

άτιτλο


Ένα σύνθημα που κινδυνεύει να θεωρηθεί εκτός τόπου και χρόνου

( Τι λες ρε φίλε ?

Άλλα μας απασχολούν

Που το θυμήθηκες ? )

Έτο, Είδα κάτι φιλμάκια στο you tube τζιαι ήρτε μου

Συγχωρείστε με για την ενόχληση

Thursday, October 14, 2010

Ο Τζιήμης


Ο Τζιήμης

Ο Τζιήμης ήταν ένας καλός άθθρωπος
Λλίον παρεξηγημένος, μα μόνον που πλάσματα που εν ηξέρουν
να συγκόφκουν. Οι πιο πολλοί αγαπούσαν τον

Είσιεν δίαφορες ιστορίες ο Τζιήμης τζιαι πολλές φορές οι χωρκανοί
ελαλούσαν τες μες τους καφενές τζιαι στες συναναστροφές τους
τζιαι εγελούσαν.

Έχθρούς εν είσιεν ο Τζιήμης

Μόνο φίλους. Τζιαι άμαν τον επηράζαν, ανταπόδιδεν το,
πάντα όμως με καλοσύνη

Ο Τζιήμης εξεχώριζεν ιδιαίτερα για έναν χαρακτηριστικόν του




Ηταν τίμιος τζιαι ίσιος άθθρωπος.

Ελάλεν πάντα την αλήθκειαν
με οποιοδήποτε τίμημα

Ο Τζιήμης εν έθελε να χρωστεί σε κανέναν
τζιαι άμαν έκοφκε μέσα έκαμνε τη γη πηγή
να έβρει τρόπο να πάρει πίσω τα χρωστούμενα.

Αν δεν εκράτεν θα έρκετουν να σου πεί ότι εν εμπορούσε να ανταποκριθεί.
Θα σου ελάλεν ότι στες τόσες του μηνός εννάρτω να σε ξοφλήσω τζιαι έρκετουν. Εμπόρηεν να μεν έσιει να φάει να μεν έσιει να πιει, αλλά εφύλαεν τα ρυάλια του τζιαι έρκετουν την ημέραν τζιαι την ώρα που σου ελάλεν τζιαι έφερνεν τα.

Ήταν πολλά ίσιος άθθρωπος.

Εννα σας διηγηθώ μιαν ιστορία του που φανερώνει ακριβώς τον χαρακτήρα του

Κάποτε στον καφενέ, άμαν εν έβρισκε κανέναν σύντροφο να παίξει μαζί του ττάβλι

Έπαιζε μόνος του.

Εκάθετουν πας την μιαν καρέκλα. έστηννε τες πέτρες τζιαι έτασσε.

Αν έπρεπε να παίξει πρώτος έπαιζε. Αν ήταν δεύτερος έπαιζε δεύτερος. Αποκλείεται να εγέλαν του εαυτού του.

Αμαν έσυρνεν τη ζαρκάν του εσκέφτετουν τζιαι έκαμνεν τζείνον που θα έκαμνεν αν έπαιζε με οποιοδήποτε άλλον.



Υστερα επήαιννεν στην απέναντι καρέκλα τζιαι έσυρνεν τα ζάρκα ως αντίπαλος.

Να μεν τα πολλυλοούμεν, ύστερα που κάμποσην ώρα πήαιννε - έλα, ετέλιωννεν το παιγνίν

Νικητής ήταν, για τζείνος, για ο εαυτός του

Εν υπήρχε περίπτωση να γελάσει του εαυτού του

Άμαν ετέλιωννεν, αν ήταν νικητής, έπηννεν γεμάτος περηφάνια μια κόκα κόλα, για έτρωεν κανέναν λίζο. Αν ήταν ηττημένος ετζιέρναν του εαυτού του που τον ενίτζιησεν την κόκα κόλα, για το λίζο.

Τόσο τίμιος τζιαι ειλικρινής ήταν ο Τζίήμης.


Έναν δείλις είπασιν επέθανεν ο Τζιήμης

Επαραξενευτήκαμεν ούλλοι, ήρτεν μας ανάποδα
γιατί δεν ήταν ούτε άρρωστος ούτε γέρος

Μες τη λύπη μου εσκέφτηκα τζιαι έκαμα έναν σενάριο
για τον τρόπο που επέθανε.


Έτσι σαν ήταν μες το κρεββάτιν του, ήρτεν ο χάρος τζιαι είπεν του:

Άτε Τζιήμη πάμεν τζιαι ήρτεν η ώρα σου

Ήρτα να σε πάρω...

Ο Τζιήμης επάωσεν που τον φόον του

μα παραπάνων εξαφνιάστηκεν.
Εν επερήμενεν τόσο γλήορα τουτον τον μουσαφίρη

Θα σου δώκω όμως μιαν ευκαιρία, λαλεί του ο χάρος

Άκουσα αρέσκει σου να παίζεις ττάβλι

Εν αλήθκεια, αρέσκει μου λαλεί του, ο Τζιήμης

Εντάξει λοιπόν, θα παίξουμεν ττάβλι,
λαλεί του ο χάρος

Αν με κερτίσεις θα σε αφήκω να ζήσεις. Αν σε νιτζιήσω θα σε πάρω μαζί μου

Δέχεσε ?

Δέχουμε λαλεί του ο Τζιήμης, τζι' έτρεμεν σαν το φύλλον

Τζι’ αρκέψαν το παιγνίν.

Ετάξασιν

Πρώτος έπαιξεν ο χάρος
Τέσσερα δύο κάμνω πόρταν, έξι άσσον φκαίννω έξω,
Τέλος πάντον, εξάρες ο ένας, τόρτζια ο άλλος, επροχώραν το παιγνίν.

Εθαύμασεν τον ο χάρος πόσον ίσια τζιαι τίμια έπαιζεν

Εσυμπάθησεν τον

Εμειναν δκυο πέτρες του Τζιήμη τζιαι τέσσερις του χάρου

Έπαιζεν ο χάρος.

Σύρνει τα ζάρκα του τζιαι έφερεν εξάρες.

Του Τζιήμη ελυγίσαν τα πόθκια του, έχασεν το χρώμαν του τζιαι τη συντυσιάν του

Εμετάνωσεν το ο χάρος τζιαι ελυπήθηκεν τον το γέρημον τον Τζιήμη

Έχωσεν μάνι μάνι με το μανίτζιην του τα ζάρκα,
τζιαι λαλεί του

Έξι πέντε, παίξε Τζιήμη
Έλα τα ζάρκα τζιαι παίξε
εν η σειρά σου

Όϊ χάρο, έννεν έξι πέντε που έφερες

Εν εξάρες

Εν καταδέχουμαι να σε νιτζιήσω με το ψέμα

Πιάστες πέτρες σου
πκιάς την τζιαι την ψυσιήν μου


Έτσι εφαντάστηκα πως επέθανεν ο Τζιήμης

Τίμιος τζιαι ίσιος

Sunday, October 10, 2010

Μια σπίθα



Ήμουν μια σπίθα
Πέρασα ξυστά από την αγάπη

Έσκισα για μια στιγμή το σκοτάδι μου

Νόμισα τον εαυτό μου αφέντη του φωτός

Στο διάβα μου έφεξα,
ζέστανα μα πιότερο έκαψα

Στο απόγειο,
αμφισβήτησα τον ήλιο,
τον ίδιο το Θεό μου

Με σκήπτρο ένα καλάμι
μεσουράνησα

Φόβισα
Είδα ματόκλαδα να κλείνουν
μπροστά στη λάμψη της πυγμής μου

Είδα να γονατίζουν
μπροστά στης νιότης μου το θάμπος

Μέθυσα
μπροστά από ένα καθρέφτη πλάνο
στη θέα του γυμνού κορμιού μου

Αποφάσισα τότε ανέκκλητα

Ήμουν και εγώ Θεός

Νόμισα

Μα ήμουν μια σπίθα μόνο
που πέρασε ξυστά από την αγάπη

Με άνθρακα ψυχή

Μονάχα αυτό
Σιερετώ τους φίλους μου.
Θέλω να πω πολλά αλλά πολλές φορές
( συγχωράτε με ) έρκουνται μου έτσι,
όπως τε αζίνες.
Άμαν τα προκάμω γράφω τα.
Αν δεν τα προκάμω, χάννουνται
ή μπορεί να κρύφουν μες την ψυσιήν μου
ποιος ιξέρει
Ταπεινά
Kkai Lee





















Friday, October 01, 2010

Ο Αγωγιάτης και η πουτάνα ζωή


Wheat Field with a Lark
Vincent Van Gogh


Ο Αγωγιάτης και η πουτάνα ζωή

Παίρνει δρόμο, δρόμο αφήνει
ώσπου τον βρήκε η νύκτα

Έφαγε το τελευταίο του ξεροκόμματο,
ήπιε το στερνό του ρακί,
έβαλε το σταυρό του
κι’ αποκοιμήθηκε.

Για μαξιλάρι είχε μια πέτρα

Για στρώμα την μάνα γη.

Ήταν μια νύκτα άναστρη
Όχι σαν τις άλλες

Φύλλο δεν κουνιότανε
Ούτε σκυλιά γαβγίζανε
Ούτε η κουκουβάγια πέρασε
Ούτε αλαφροπέταξε ο Γκιώνης

Όλα ήταν πρωτόγνωρα βουβά

Εκείνη τη νύκτα δεν ονειρεύτηκε
Μέτρησε μόνο τις μέρες του

Πέρασε flashback τη ζωή του,

Χαμογέλασε
μα πιο πολύ δάκρυσε,

Φτάνει : Είπε, φτάνει

Τώρα θέλω να κοιμηθώ
στην αγκαλιά της γης

Με μια πέτρα προσκεφάλι



Μα ο καλός Θεός
ούτε κι απόψε τον άκουσε

Το πρωί ξύπνησε πάλι βήχοντας
Έφτυσε κατά γης

Πουτάνα ζωή, είπε
Πάλι μου την έφερες

Και ξαναπήρε δρόμο



Κατά το απομεσήμερο

Ένας κορυδαλλός από το διπλανό
αθέριστο χωράφι
με τις κόκκινες παπαρούνες
του σφύριξε,


Χαμογέλασε,

Πουτάνα ζωή

Είπε

Πουτάνα

Sunday, September 26, 2010

Λεωφορείο ο Πόνος



Λεωφορείο ο Πόνος
1974

( Στιγμές – πραγματικότητες της Κύπρου )

Επήεν με την ελπίδα πως εννά εστράφηκεν.
Πως εννάν μεσα σ’ έναν που τα λεωφορεία

Ιντα λοϊς τα έφερεν η μοίρα ( η μοίρα ? )
Τέλος πάντων

Έρκουνταν τα λεωφορεία το έναν μετά το άλλον
Εβούραν ο κόσμος ταπισόν τους

Τζείνοι που μες τα λεωφορεία, εσιερετούσαν, εκλαίαν, εγελούσαν

Εν το επιστέφκαν με τζείνα που επάθαν πως θα εγλιτώνναν

Τι κακον μας ήβρεν τουντο καλοτζιαίριν ?

Εκατεβάννασιν ένας ένας τζιαι εχάννουνταν μες τες αγκαλιές τους δικούς τους

Μανάες, τζιυρούες, αρφούες, γεναίτζιες, παιθκιά, εγίνουνταν έναν κουβάριν

Ετέλιωσεν ο εφιάλτης,
άφηκεν τα σημάθκια του, μα ετέλιωσεν

Τζείνη η γέρημη, αρώταν για τον δικόν της

Είδετε τον Γιωρκήν? Ήταν μαζί σας ο Γιωρκής ?

Εχάννετουν η αδύναμη φωνή της μες τζείνον ούλλον το βουητόν

Έρκουνταν τζιαι εφέφκαν έναν - έναν τα λεωφορεία

Έμεινεν μόνον έναν, το τελευταίο.

Ελλιάναν τέλια τζιαι οι ελπίδες της

Είδετε τον Γιωρκήν? ήταν μαζί σας ο Γιωρκής ?

Ήρτεν το τελευταίον λεωφορείο. Εν είσιεν άλλον

Εδίθην πάνω του

Εκατέβηκεν τζιαι ο τελευταίος αιχμάλωτος

Έμεινεν διμμένη πας τζείνον το λεωφορείον
με κάτι ξυφτισμένα συρματόσσιηνα
που ετρυπούσαν το κορμίν της

Τζιαι άμαν εξεκίνησε το λεωφορείον
επήρεν την μαζί του κάμποσον τόπον

Ετρίφτην το κορμίν της πας τον άσφαλτον

Εγεματώθηκεν του άλλου κόσμου.

Ετρέχαν γέματα που τα σιέρκα
που τα πόθκια, που το κορμίν της ούλλον
Τζιαι που την καρκιάν της ποταμός

Σε μιαν στροφήν επέταξεν την το λεωφορείον
σε έναν χαντάτζιην γεμάτον μουττερές πέτρες, αγκάθκια
τζιαι γυαλιά σπασμένα

2010

( Στιγμές – πραγματικότητες της Κύπρου )

Τριανταέξι γρόνους σαν να τζιαι έζιεν μες τζεινον το χαντάτζιην

Τριανταέξι γρόνοι εν εκαταφέραν να κλείσουν τες πληγές της

Το 74, εν έξερεν τι σημαίνει DNA.
Κανένας εν έξερεν

Τωρά, μες το χαντάτζιην της, αντί λεωφορείον καρτερά
ταυτοποίησην του DNA

Άραγες σου εννα φανεί τυχερή τούτην την φορά ?


( Σάββατο μεσημέρι 25 Σεπτεμβρίου 2010 στο καφέ Gloria
Σελίδα 24 της εβδομαδιαίας City free express ).

Ήταν που ήταν πικρός ο καφές.

( Στιγμές – πραγματικότητες της Κύπρου )

Friday, September 17, 2010

Θέλω να γοράσω ποδήλατο


Θέλω να γοράσω ποδήλατο

Θέλω νάσιει δύναμον τζιαι φανάρι
Τζιαι σκάλα τζιαι πατίδι τζιαι κουδούνι

Θα γοράσω πόμπα να το πρίσσιω

Θα το γρασάρω, θα γοράσω γόμμες τζιαι ππάτσιες
να κολλώ το λάστιχο του άμαν τρυπά

Θέλω ξανά να κάμνω κούρσες με τους φίλους μου

Να πάμεν πίσω που τα βουνά να δούμεν τι έσιει
Ιντα λοις εν ο κόσμος πίσω που τα βουνά του χωρκού μας

Θέλω να γοράσω ποδήλατο

Θα έχω έννοια.

Θα τσιακκάρω τα στόπερ του, τα πατήθκια του,

θα γιαλλίζω τες ακτίνες του

Θέλω να έσιει φτερά, όϊ σαν τούτα τα μοντέρνα
που έν έχουν τζιαι εν σαν τα τίτσιρα

Θέλω να γοράσω τζινούρκον ποδήλατο
Που εν εκατάφερα ποττέ μου, που ήμουν μιτσής να γοράσω

Μόνον έσαζα τα παλιά,
κομμάτι ποδά, κομμάτι ποτζιεί, καδέναν μεταχειρισμένη
με το ζόρι κανέναν τζινούρκον λάστιχο.

Εν θέλω αυτοκίνητον,
Εν θέλω μοτόραν
Εν θέλω γιωτ
Εν θέλω οικόπεδο
Εν θέλω να κερτίσει το λόττο μου
Εν θέλω αύξηση

Θέλω να γοράσω τζινούρκον ποδήλατο

Θέλω ξανά να κάμνω κούρσες με τους φίλους μου
Να πάω ξανά πίσω που τα βουνά

Τζιαι έτσι σαν ποδηλατώ
νομίζω πως θα πάω πίσω, πίσω, πίσω

να συναντήσω την ηλικία της ψυσιής μου


Να ξιφορτωθώ τζείνην την ψεύτιτζιην
που γράφει πάνω
στην ταυτότηταν μου.

Sunday, August 22, 2010

Προς Επίτροπον- Ενταύθα





Αξιότιμε κύριε επίτροπε,

Θα ήθελα να καταγγείλω :

Τους λατόμους που γδέρνουν τη γη μας

Τους φαπρικάρηδες που λερώνουν τα ποτάμια μας

Τις εταιρείες που καίνε τα δάση μας

Τους κυνηγούς που σκοτώνουν στο φτερο τα πουλιά

Τους χορτασμένους που τρώνε το φαΐ μας

Τους διαφημιστές που τρυπούν τα μυαλά μας

Τους δασκάλους που συγχύζουν τα παιδιά μας

Τους παπάδες που μονοπωλούν τους θεούς μας

Τους μεσάζοντες, τους αφέντες, τους δούλους, τους διάφορους, τους αδιάφορους, τους ουδέτερους, τους φανατικούς, τους λοχαγούς, τους μάνατζερ

Αξιότιμε κύριε επίτροπε,

Θα ήθελα να καταγγείλω, τους ποιητές
και αυτούς που καμώνονται τους ποιητές

και όλο λένε
και όλο λένε
και όλο λένε

Αξιότιμε επίτροπε,

Θέλω να με καταγγείλω.




Sunday, July 11, 2010

Ο Ασήκωτος πόνος



Ο Ασήκωτος πόνος

Για πολλήν τζιαιρόν εσκέφτουμουν να βάλω στο blog μου κάτι που έγραψα παλιά, τα πρώτα γρόνια της προσφυγιάς. Μιαν εποχή που τζιαι να έθελες, εν εμπόριες να πάεις στον τόπο σου.

Τζιαι τωρά ας πούμεν που μπόρεις να πάεις, ο πόνος εν τζιαιν λλιόττερος. Μπορεί ναν τζιαι παραπάνω γιατί βιώννεις ακόμα πιο πολλά το κακόν που εκάμασιν σε τούντον τόπο.

Εθκιεβάσαν το μόνον κάτι φίλοι τζιαι ένας φίλος που την Κοντέα εζήτησεν μου το τζιαι έδωσα του το. Εδίπλωσεν το με εβλάβιαν τζιαι έβαλεν το μες την πούγκα του πουκαμίσου του. Εκατάλαβα πως εσυγκινήθηκε πολλά.

Άμαν εθκιέβασα το Πεύκο της Σταλαματιας ( της το αφιερώννω )

αθθυμήθηκα το πάλαι τζιαι επήρα απόφαση να το αναρτήσω.


"Ηντα σιεις γέρo πρόσφυγα τζιαι oύλλoν πoγιαλώνεις
oι άλλoι χωραττέφκoυσιν τζιαι σoυ τζιαμαί μoυλλώνεις
Ηντα σιεις μέσα στην καρκιά γέρo τζιαι σε παιδέφκει
τζιαι τρώει σoυ τα σωθηκά τζιαι σταλαμήν εν φέφκει"

'Θέλω να πάω έσσω μoυ γιέ μoυ πριχoύ πεθάνω
τoν τόπo μoυ επεθύμησα εμάρανα δαπάνω
Θέλω μεσ στo περβόλι μoυ να ξαναπαρπατήσω
να ζέξω τ'αλακάτι μoυ χoρτάτα να πoτίσω

Θέλω ξανά πoυ την αυκή να πάω να ξιμαντρίσω
τζιαι να τραβήσω στα ψηλά τζιαι δείλις νάρτω πίσω
Θέλω να πάω στoν καφενέ τoυς χωρκανoύς μoυ νάβρω
oύλλoυς, όπως πριν φύoυμε, να με δω ρoύχo μαύρo

Θέλω να πάω στην εκκλησιά πας τov δικό μoυ σκάμνo
τζιαι την γιoρτή τ'Αγίoυ μας σαν πριν να τoυ την κάμνω
Θέλω πάνω στo μνήμα τoυς, τoυς γέρoυς μoυ να κλάψω
τζιαι την καντήλα πoν σβηστή γρόνια να τoυς την άψω

Έσιει τζιαι άλλα πράματα πoυ πεθυμώ να κάμω
ρωτάς γιε μoυ γιατι έν γελώ;

Φooύμε αν μεν πρoκάμω.' "


Τούτον τον φόον είδα τον σε πολλούς γέρους που ήρταν πρόσφυγες στο χωρκόν μου. Οι παραπάνω εν επροκάμαν να πάσιν πίσω. Εφύαν με τον καμόν μες την καρκιάν τους.

Τούντο μαρτύριον εν έσιει τελιωμόν.
Εν πολλήν το κακόν που εγίνηκεν.

Εν πολλής ο πόνος.
Ασήκωτος.

Τούτες τες μέρες, ακόμα παραπάνω.