Sunday, June 10, 2007

Ο Σκαρπάρης




Πας τον πάγκο του σκαρπάρη
Έκαμνα ώρες πολλές
Τζιαι εθώρουν του τζυιρού μου
Τες σπουδαίες μαστορκές

Που έκαμνεν γερές ποΐνες
Τζιαι παπούτσια μαλακτά
Τζιαι σκαρπίνια για τους γέρους
Τζιαι στους σκάπουλλους κοφτά

Έκοφκεν με την φαρσέττα
Του καμήλου το πετσίν
Τζιαι εθκιάλεεν καλαπόδιν
Για μϊάλον για μιτσίν

Έκλωθεν καλά το νήμα
Με μιαν ρόκκα γυριστήν
Ώσπου τζιαι εκαμνέν κουβάριν
Μια δυνάμενην κλωστή

Ύστερα ετζιέρωννεν την
Τζιαι έπιαννεν ένα σουβλί
Τζιαι έρεσσεν την που την τρύπαν
Τζιαι έσφιγγεν την να κρατεί

Έκοφκεν τζιαι μεσοσόλες
Έσαζεν τζιαι τα παλιά
Έβαλλεν τζινούρκες πρόκκες
Να αντέχουν στην δουλειά

Εν τζιαι έπιαννε ρυάλια
Για τα σάσματα πολλά
Τους περίτου ήταν μούχτη
Αθθυμούμαι το καλά

Αρεσκέν μου που εθόρουν
Ήτουν σαν το σινεμά
Μα καλλύτερα πο ούλλα
Άρεσκεν μου η εφτομά

Πριν ν’ αρκέψει το τζυνΐιν
Που ούλλοι έρκουνταν τζιαμαί
Άλλοι εστέκουνταν γυρόν του
Τζιάλλοι εκάχουνταν χαμέ


Τζιαι έραφκεν τα συνακλίκκια
Τζιαι τες βούρκες τες παλιές
Τζιαι λαλούσαν ιστορίες
Για λαούς τζιαι σιεπεθκιές

Α παπά λαλώ του μια βολάν

Κάμε μου μιαν συντροβόλα
Κάμε μια τζιαι του Γιαννή
Με τους μιάλους στα περβόλια
Να πιέννουμεν τζινίην

Τζιαι γυρίζει τζιαι λαλεί μου
( ήτουν αυστηρός πολλά )

Είσαι ρόκολος ακόμα
Να βουράς στη γειτονιά
Βούρα γλίορα να ππέσεις
Τζιαι ερέξαν οι εννιά

Ε’ ίννα πούσιε να κάμω,
Επήα.




Saturday, May 05, 2007

Ο Σταύρος




















Ο Σταύρος

Ο Σταύρος είναι Βούλγαρος

Λίγο πάνω από τα πενήντα.

Άφησε την οικογένεια και την χώρα του και ήρθε για να βρει την τύχη του στην ευημερούσα, ευρωπαϊκή, μίση Κύπρο. Ήρθε και στην αρχή εργαζόταν παράνομα.
Εργάτης από δω και από κει δηλαδή. Το είχε όμως μεγάλο παράπονο γιατί ενώ δούλευε για δυο, πληρωνόταν για μισό, ( στην Κύπρο την μισή ). Με δυσκολία μπορούσε να αντεπεξέλθει με τα λίγα που έπαιρνε. Ο Σταύρος ήταν η προσωποποίηση του φθηνού εργατικού δυναμικού. Και δεν υπήρχε και Σ.Π.Ε. ( Συντεχνία Παρανόμων Εργατών ) για να τον υποστηρίξει.

Ο Σταύρος όπως και όλοι οι κύπριοι, σιγά - σιγά έμαθε να μισά το μισά.

Επειδή ήθελε να αμείβεται ανάλογα με την δουλειά του, τσακωνόταν κάθε τρεις και λίγο με τα αφεντικά του, μέχρι που κρίθηκε από την τοπική κοινή γνώμη, ως στριμμένος και ιδιότροπος. Όλοι οι άλλοι ξένοι παράνομοι, έπαιρναν τα μισά και σιωπούσαν, αυτός όμως όχι. Σήκωνε κεφάλι και ζητούσε το λόγο.

Ο Σταύρος έμενε παράνομα σε ένα παλιό τουρκοκυπριακό μισό -ερειπωμένο σπίτι, ο θεός να το κάνει σπίτι, χωρίς καθόλου διευκολύνσεις και με τον κίνδυνο από στιγμή σε στιγμή να τον πετάξουν στο δρόμο. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που τάφτιαξε με την Μαρία.

Η Μαρία είναι κύπρια

Λίγο πάνω από τα τριάντα

Η Μαρία είχε διώξει τον άνδρα της ένα δυο χρόνια πριν, ελπίζοντας για μια καλύτερη ζωή για την ίδια και τα τρία- τέσσερα παιδιά της. Τον έδιωξε για να γλιτώσει από το ξύλο που τις έδινε και από τα χρέη που κάθε τόσο παρουσιάζονταν στο όνομα της, χωρίς αυτή να είχε υπογράψει κανένα χαρτί καμιάς τράπεζας.

Ήθελε να ζήσει επιτέλους μια ανθρώπινη ζωή και τώρα με τον Σταύρο δίπλα της στο καλό και στο κακό, να μεγαλώσει τα παιδιά της με τον τρόπο που αυτή ήθελε και που ονειρευόταν.

Ο Σταύρος και η Μαρία έσμιξαν τις δυστυχίες τους και αλληλοστηρίχτηκαν. Τι πιο φυσικό τι πιο θεάρεστο.

Με την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Μαρία φρόντισε και του έβγαλε χαρτιά και με τη βοήθεια του Κώστα, του καλού τους γείτονα, ο Σταύρος βρήκε νόμιμα δουλειά σε μια έντονα αναπτυσσόμενη νέα εταιρεία. Είχε καλή καρδιά η Μαρία, και αληθινά τον φρόντιζε. Ο Θεός να την ευλογεί. Και εκείνη και τον Κώστα


Η νέα του δουλειά?
Ηλεκτροκολλητής.

Δουλειά του χεριού του δηλαδή. Όπως τότε στα εργοστάσια της Βουλγαρίας, που όμως δεν έβγαινε το μεροκάματο.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Σαν μάστορας που ήταν θα του έδιναν καλό και κυρίως σωστό και όχι μισό μεροκάματο. Όπως του άξιζε.

Ένα απόγευμα ήρθε και με βρήκε. Μου άνοιξε την καρδιά του.

Μου μίλησε για τα παιδιά του που θα έρθουν σύντομα να τον δουν. Για τη γυναίκα του που την χώρισε. Για την Μαρία που τον στήριξε, μα κυρίως για τη νέα δουλειά του. Εκεί ήταν μάστορας και αμειβόταν όπως του άξιζε. Και η δουλειά του ήταν τέλεια και η κάρτα εργασίας νόμιμη και με βούλα και με τη φωτογραφία του πάνω. Μα προπαντός μου έδειχνε και μου ξανάδειχνε την πρώτη του επιταγή. Διακόσιες λίρες παρά κάτι, τη βδομάδα. Έφθαναν και με το παραπάνω. Θα βοηθούσε περισσότερο στο σπίτι, θα έβαζε και λίγα στην πάντα. Ήταν περήφανος για τον εαυτό του. Σπουδέο Στάβρο, έλεγε, σπουδέο. Όλι το λένε, σπουδέο άνθροπο Βούλκαρο Σταβρο, σπουδέο. Μεθούσε κυριολεκτικά από ευτυχία και σιγουριά. Όλα επιτέλους ήταν τόσο βολικά.

Είχε κάθε λόγο να το διασκεδάσει. Ήτανε και Σάββατο. Όλοι διασκεδάζουν τα Σάββατα, γιατί όχι και αυτός, που είχε και παραείχε τους λόγους του

Και το διασκέδασε. Αυτός με μοναδική παρέα του τον Σταύρο

Εκείνο το βράδυ όλα ήταν διπλά. Η χαρά του, ο μισθός του, η ευτυχία του τα ποτήρια με το πιοτό που πηγαινοερχόντουσαν και αυτός και ο εαυτός του που διασκέδαζαν.

Είχε χρόνια να διασκεδάσει, να ξεδώσει. Μουρμούριζε παράφωνα και ένα βουλγάρικο τραγούδι που έλεγε «Ντιλμπάνο - ντιλπέρο, καζίμι κακσεσάτι πιπέρο» ή κάτι τέτοιο.

Όταν ο ταβερνιάρης σήκωνε και το τελευταίο τραπέζι, το δικό του δηλαδή, ο Σταύρος ξεκινούσε για το σπίτι. Στο δρόμο όλα τα έβλεπε διπλά. Διπλό το δρόμο, διπλά τα φώτα, δυο τα σκυλιά που του γάβγιζαν, δυο τα φεγγάρια στον ουρανό, δυο οι αυγερινοί.

Κτύπησε δυο πόρτες και άνοιξαν δυο Μαρίες.

Τη μια, ή και τις δυο, δεν θυμάται καλά, την έσπασε στο ξύλο. Δεν θυμάται ποιον ή ποιους ήθελε να εκδικηθεί, αλλά χάρηκε να δίνει δυο -δυο τις σφαλιάρες και τις μπουνιές. Ανακουφίστηκε η ψυχή του.

Τον πήραν μόλις που το θυμάται, τι τιμή, δυο περιπολικά και τον έριξαν σε δυο κελιά.

Την άλλη μέρα αφού τον κατηγόρησαν, τον άφησαν αργά το απόγευμα. Πήγε από της Μαρίας. Είχε σκοπό να της ζητήσει γονατιστός συγνώμη, μα δεν τόλμησε. Τα λίγα πράγματα του τα βρήκε στον δρόμο. Τα ξαναπήρε στο μισό- ερειπωμένο τουρκοκυπριακό σπίτι. Έγινε ξανά παράνομος.

«Ανάθεμα» είπε στα βουλγάρικα και ξαναπήγε στην ταβέρνα. Είχε ακόμα χρήματα στις τσέπες του. Είχε κάθε λόγο να ξαναπάει στη ταβέρνα. Πονούσε η ψυχή του. Πήγε να βρει παρηγοριά.

Απόψε δεν διασκέδαζε από χαρά. Όλα άλλαξαν. Όλα τώρα του φαίνονταν μαύρα. Ήθελε και δεν ήθελε να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του. Θυμήθηκε τον αδελφό του που πέθαινε και που τότε δεν είχε καθόλου χρήματα, ούτε για να αγοράσει κάρτα για να τηλεφωνήσει στην Βουλγαρία, να δει τι γίνεται. Θυμήθηκε τα παιδιά του που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Θυμήθηκε πόσο όμορφη ήταν η γυναίκα του, που του χάρισε τρία όμορφα παιδιά και που ύστερα ασχήμεψε, χόνδρινε και κάκωσε . Θυμήθηκε τη φτώχια στη χώρα του και τις ανύπαρκτες ευκαιρίες. Θυμήθηκε το χαμόσπιτο και τη μίζερη ζωή που έκανε στην Κύπρο. Τι κάνω εδώ, σκέφτηκε. Ποιοι είναι αυτοί τριγύρω μου. Τι γλώσσα μιλάνε και δεν καταλαβαίνω τίποτε.

Και τι να δείξει στα παιδιά του όταν θα ερχόντουσαν σε λίγες μέρες.
Όλα τελικά του πήγαν στράφι.

Ποτήρι- ποτήρι, ήπιε όλα του τα χρήματα και το ξημέρωμα πανί με πανί τράβηξε για το σπίτι. Ας είναι, είπε. Έχει ο Θεός. Χαιρέτησε τα δυο φεγγάρια και τους δυο αυγερινούς και αποκοιμήθηκε στον λεκιασμένο διπλό καναπέ που η γριά γειτόνισσα του τον χάρισε πέρσι, αντί να τον πετάξει.

Την άλλη μέρα πήγε στη δουλειά με ολοκόκκινα πρησμένα μάτια. Τόσο πρησμένα και τόσο κόκκινα που νόμιζες ότι ήταν από την υπεριώδη λάμψη της ηλεκτροκόλλησης, όταν τη δουλεύεις χωρίς το μαύρο τζαμάκι..

Ξεκίνησε η δουλειά. Προτού καλά -καλά περάσουν δυο ώρες τον βρήκε το αφεντικό να κοιμάται ψηλά στη σκαλωσιά. Η μυρωδιά του πιοτού ήταν ακόμα έντονη.
Σπίρτο να του έριχνες θα άναβε φωτιά.

Τον σκούντηξε και όταν ξύπνησε ξαφνιασμένος κατάλαβε ότι όλα είχαν τελειώσει με τη δουλειά του. Η ασφάλεια στην εργασία, έλεγε το αφεντικό, δεν είναι αστεία υπόθεση. Είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα, ιδίως σε μια έντονα αναπτυσσόμενη νέα εταιρεία, σαν τη δική του. Και γιατί στο κάτω - κάτω να βγει το όνομα της εταιρείας του αν γινόταν ένα ατύχημα.

«Φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά» είπε.

Ο Σταύρος δεν κατάλαβε την παροιμία, αλλά κατάλαβε και ήταν απόλυτα σίγουρος ότι τον είχε διώξει μια για πάντα.

Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Με μισά ελληνικά και μισά βουλγαρικά μονολογούσε και έβριζε την κακή του μοίρα.

Τι την ήθελες τη χαρά ρε Σταύρο. Τι την ήθελες την ευτυχία. Και πώς να την ελέγξεις και να την χειριστείς, άμα δεν την συνηθίσεις πρώτα.

Αυτά σκεφτόταν όλο το βράδυ και όλη την υπόλοιπη μέρα ώσπου κατά το απόγευμα σταμάτησε ένα ημιφορτηγό. Ο οδηγός κατέβηκε και κάτι είπε στο Σταύρο. Κάτι του είπε και αυτός και στο τέλος συμφώνησαν. Έδωσαν και τα χέρια.

Θα ξεκινούσε αύριο δουλειά στη φάρμα.

Δουλειά για δυο, αλλά το μεροκάματο μισό.

Αν όχι « Έχει και αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια » είπε το νέο αφεντικό.

Ο Σταύρος αυτή την φορά με τα λίγα ελληνικά του την κατάλαβε την παροιμία.

Εξάλλου την είχε ξανακούσει

« Έχι και άλλες πορτοκάλε που κάνεις πορτακάλιες»

Θα πήγαινε στο μεροκάματο και ας τα μισούσε τα μισά.

Εξάλλου αυτός ξέρει τι είδε και τι έπαθε με τα σωστά.


( Αυτός είναι ο Βούλγαρος ο Σταύρος που ήρθε να δουλέψει
στην Κύπρο την μισή
και έκανε το λάθος να φέρει
και τη μοίρα του μαζί ).




Μ. Κκαϊλής
4 – 5 Μαΐου 2007

Sunday, February 11, 2007

Φραγκοελιά

Σήμερα ήταν καλή η μέρα
ανοιξιάτικη




Βγήκα έξω στη φύση.


Σκεφτόμουν πολλά, για τη ζωή, τον θάνατο
τους ανθρώπους
με αφορμή το τελευταίο post του Νίκου Δήμου
Φραγκοελιά

Σκέφτηκα ότι ο σοφός άνθρωπος
είναι όπως αυτή την ελιά

Είναι 500 χρονών και βάλε
( Το λάδι της το γεύτηκε το 1489 μ.χ η τότε βασίλισσα της Κύπρου Αικατερίνη Κορνάρο, το γεύονται και σήμερα οι φτωχοί αγρότες που την περιποιούνται )

κί όμως δίνει ακόμα υγιείς καρπούς,
δροσερή σκιά, ξεχωριστό ξύλο, ακόμα και θαυματουργά φύλλα



Ζάρωσε, το σχήμα της δεν είναι και τόσο συμμετρικό αλλά έχει ρίζες βαθειές. Έμαθε να αντέχει στις κακουχίες και στις δυσκολίες της ζωής

Ύστερα σκέφτηκα ότι η ηλικία του ανθρώπου δεν μετριέται με τον χρόνο μεταξύ της ημέρας της γέννησης του και του σήμερα αλλά από τις εικόνες, τις μνήμες, τις γνώσεις τις εμπειρίες και τα συναισθήματα του
Διαμέσου της ( σκέφτηκα στη συνέχεια) βλέπουμε πράγματα,
στην αρχή ζομφά





Αλλά μετά πιο καθαρά και με ορίζοντα




Σημ: Κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, η Κύπρος, κατελήφθη από τον βασιλιά της Aγγλίας Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο, κατά τη μετάβασή του στους Aγίους Tόπους. O Ριχάρδος μεταβίβασε την Κύπρο σε Τάγμα Ιπποτών, τους Ναΐτες, που στη συνέχεια την πούλησαν στους Λουζινιάν της Γαλλίας, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν σ' αυτήν φεουδαρχικό βασίλειο, κατά το πρότυπο των συστημάτων της Δύσης.Η περίοδος των Λουζινιάν κράτησε από το 1192 ως το 1489 μ.Χ., όταν η τελευταία βασίλισσα της δυναστείας, η Αικατερίνη Κορνάρο, εξαναγκάστηκε να μεταβιβάσει τα δικαιώματά της στη Δημοκρατία της Βενετίας, που κυβέρνησε την Κύπρο ως την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1571.









Thursday, January 25, 2007

Άδεια βαγόνια


Άδεια βαγόνια τα λόγια μας
σε γραμμές κουρασμένες

Πορεία μας η δύση

Βάζουμε αντήλιο το ένα μας χέρι

Το άλλο είναι βουτηγμένο
στην άδεια ψυχή μας

Η πορεία δεν προβλέπει επιστροφή

ο οδηγός δεν θυμάται την αγάπη

ο εισπράκτορας δεν έχει έλεος

Το βράδυ καταφθάνει ανάστερο

Άδεια βαγόνια τα λόγια μας
σε γραμμές κουρασμένες

Μ. Κκαϊλής

22 Ιανουαρίου 2007






Friday, January 12, 2007

Οριακοί χρόνοι


Οριακοί χρόνοι


Αφιερωμένο στις πολυεθνικές, στους Μαθουσάλες,

στον George W Bush

και στους άλλους πιστούς υπηρέτες τους

Αυτή την ώρα που λιώνουν οι πάγοι στους πόλους και που

οι αρκούδες ξενυκτούν








Άρρωστή γη
Πυώδης πληγή

Θάλασσα στείρα

Καθηλωμένα πουλιά
Διψασμένα παιδιά

Θαμπά αστέρια

Καχύποπτοι διαβάτες
Μελλοθάνατοι επιβάτες

Τρομαγμένα δένδρα

Άρρωστη γη
Γκρίζα αυγή

Κουρασμένο οξυγόνο

Ασυνάρτητες λέξεις
Ανώφελες ζεύξεις

Μεταλλαγμένες νιφάδες

Πλασματική ευτυχία
Μαζική υστερία

Νερό σκοτωμένο

Άρρωστη γη
Μύριοι ναυαγοί

Φως προδομένο

Άρρωστη γη
Μονόλεπτη σιγή

Σφυρίζει ένα τρένο










Παρακαλώ δείτε το video


Παρακαλώ διαβάστε το αρθρο








Thursday, December 28, 2006

Περιμένω ένα μήνυμα


Περιμένω ένα μήνυμα,

Στη διαδρομή ξέχασα τι,

Νιώθω τη σημασία του

Προσπαθώ να ερμηνεύσω τον κύκλο γύρω μου
την έλξη, τον ορίζοντα, το χάος, τη γαλήνη, το νερό

Ακαταλαβίστικες σειρές μπιτ με βομβαρδίζουν
Διαπερνούν τα κύτταρα μου

Δεν δίνουν νόημα

Στην επεξεργασία, μου βγαίνουν ήχοι ακαθόριστοι
άρρυθμοι, στριγκοί

Τα βράδια κοιτάζω τους γαλαξίες
και βυθίζομαι ακόμα πιο βαθιά ,
στο βάλτο της άγνοιας μου

Να ταιριάξω μια γωνιά μονάχα στο παζλ

Κι’ ύστερα να κοιμηθώ

Και σαν κοιμηθώ

Να με πάρει η αστρική θύελλα
σε χρόνο μηδέν

στην άλλη άκρη της αβύσσου


Μ. Κκαϊλής

28-29 Δεκεμβρίου 2006

Thursday, October 26, 2006

Θα φύγω


Θα φύγω

Ο δρόμος γκρίζος
σαν μολυβιά ακανόνιστη
σε τσαλακωμένο χαρτί

Κάθε πτυχή βουνοκορφή
και πίσω της
δεν παραφυλάει η έκπληξη
μονό το προφανές

Τα δένδρα είναι μονάχα δένδρα
κι οι πιθανότητες μικρές

Κοιτάζω τα φώτα
Φυλακισμένο φως σε στρογγυλές λυχνίες
αναβοσβήνει κόκκινο πράσινο κίτρινο
και πάλι κόκκινο

Με κατευθύνει

Κι΄ όλο φεύγω
ή νομίζω πως φεύγω

Αφήνω πίσω μου ψίχουλα

Με τις γυμνές πατούσες μου
αφήνω αποτυπώματα στο άρρωστο χώμα

Θα έρθω αύριο από εδώ?

Ποιος ξέρει τι είναι το αύριο

Ποιος ξέρει αν αύριο το εδώ
θα σημαίνει ακόμα εδώ
ή αν θα μεταλλαχθεί σε εκεί?

Πόσα θα μάθω περπατώντας

Πόσα είδα με τα μάτια κλειστά

Πότε χόρτασε το βλέμμα παπαρούνες και φεγγάρια

Ποιος λέει πως φτάνει


Θα φύγω

Ο δρόμος γκρίζος
η εποχή Φθινόπωρο
η αγάπη συμβατική
οι λέξεις αποκούμπι

Το ταξίδι συνεχίζεται

Μαζεύω τους σταθμούς
φτιάχνω χρωματιστά μπουκέτα

Σας τα χαρίζω
με περίσκεψη

Μ. Κκαϊλής
26.10.2006

Thursday, August 31, 2006

Αστρόσκονη


«Εσύ παίζεις
στην άλλη διάσταση
και γω λιώνω σε τούτη

Κυνηγώ μια πεταλούδα
με το τρύπιο μου δίκτυ στην Κίνα
( Έχω πάρτι απόψε
μη μου το χαλάσει πάλι )

Ένα σκουλήκι έψαχνε στο χώμα για την τρύπα του
Μια καρακάξα το έφαγε.

Τόσο απλά

Έμεινε Μαύρη και άραχνη
η τρύπα

Ένα φίλο μου τον λένε Χρόνη
Ήρθε με την μηχανή του και με πήρε πίσω

Είδα την μάνα μου έγκυο
να τραβά νερό απ΄ το πηγάδι

Κοίταξα μέσα στο πηγάδι
( άλλη μαύρη τρύπα κι’ αυτό )
Είδα άστρα και πλανήτες στο νερό του
και μένα μωρό παιδί

Είδα τους φίλους μου να παίζουν
χωρίς εμένα

Πού ήμουν πάλι?

Πήγα να μιλήσω
μα δεν είχα φωνή

Νομίζω πως πέθανα

Εγώ πέθανα
και το γιασεμί μυρίζει

Βρέχει
και το χώμα μυρίζει

Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό
δεν μπορεί να είναι αλήθεια

Τώρα όμως, ψέματα ή αλήθεια, τρέχω με το φως

Τώρα τρέχω δίπλα στο φως
με τη μηχανή

Ιδρώνουμε όλοι
νετρόνια, φωτόνια,
κι' η μηχανή

Τελικά σκουλήκια, σκουληκότρυπες, καρακάξες, μηχανές
όλοι ίδιοι είμαστε

Όλοι δέσμιοι του χάους

Μοιραίοι παίκτες
σε σικέ? παιγνίδι

Υποψήφιοι χαμένοι

Στο διάστημα

Thursday, July 27, 2006

Η Αληθινή εικόνα

Σχετικά με τη συζήτηση για τον πόλεμο Ισραήλ Λιβάνου που συνεχίζεται.

Καλές οι διαπιστώσεις

Αλλά να μη ξεχνούμε την πραγματική αιτία των πολέμων που δεν είναι άλλη από τα συντήρηση και επαύξηση των συμφερόντων, οικονομικών και άλλων, των γερακιών και το πάθος τους για παντοκρατορία.

Και η καημένη η ειρήνη αποδεικνύεται και πάλι " ασύμφορη ".

Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αν
κουνούσαν το μικρό τους δακτυλάκι, αν εφάρμοζαν κάποια προγράμματα με στόχο την καθιέρωση της Ειρήνης στον πλανήτη, θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα.

Αντί αυτού προάγουν την τρομοκρατία. Τη δική τους και των άλλων.

Το ίδιο μήπως δεν ισχύει και με το περιβάλλον που καταστρέφεται.

Ποιοι δεν υπογράφουν τις συνθήκες προστασίας του και γιατί ?

Και στο τέλος -τέλος, αφού ούτε ένα σκοτωμένο, πεινασμένο, ακρωτηριασμένο, απορημένο, αθώο παιδί δεν καταφέρνει να συγκινήσει τις ψυχές αυτών που μπορούν να μιλήσουν και δεν το κάνουν, τότε που βρίσκεται η σωτηρία ?

Μήπως στον Ο.Η.Ε. που συνήθως σωπαίνει ή μιλά όταν είναι αργά ?

Μήπως στην Ευρώπη των ανενεργών και αναποτελεσματικών
( έτσι δυστυχώς αποδεικνύεται ) αρχών της ?


Ή ίσως στους Λαούς,

Ίσως μόνο σ' αυτούς αν τελικά μπορέσουν ( πίσω από τα προπετάσματα καπνού )

να δουν την αλήθεια


Πρέπει να βλέπουμε την εικόνα, έξω από αυτή,
για να την βλέπουμε ολόκληρη.



Saturday, May 27, 2006

Το καλοκαίρι έρχεται






Το καλοκαίρι έρχεται ( ήρθε )

Φυγή στο γαλάζιο

Από το ένα στο άλλο νησί
από το ένα στο άλλο όνειρο ...








Monday, May 01, 2006

Χαιρετισμούς από την Κύπρο



Χαιρετισμούς από την Κύπρο.


Ανθοί ροδακινιάς, ηλιακοί θερμοσυσσωρευτές, σπίτια, νέφη, δένδρα, άνθρωποι,
Κλέβουμε φως και ζεστασιά
από τον λιόντα του ουρανού.


Ποιος μπορεί να τον αμφισβητήσει !
Είναι εκεί και μας κοιτά, από τότε που ήρθαμε.
Και όταν θα έχουμε φύγει εκείνος θα είναι εκεί .


Ποιος μπορεί να τον αμφισβητήσει !

Τον ήλιο τον ηλιάτωρα.
Τον λιόντα του ουρανού.








Sunday, April 02, 2006